146 αποτελέσματα για «元»

元高 もとだか

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαιο (π.χ. σε ένα δάνειο)
元帥府 げんすいふ

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατο στρατιωτικό συμβούλιο (1898-1945)
元中 げんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Εποχή Γκεντσού (του Νότιου Αυτοκρατορικού Οίκου, 28/4/1384-5/10/1392)
元朝 がんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρωινό της Πρωτοχρονιάς
元ヤンキー もとヤンキー

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην παραβατικός νέος, μετανοημένος ταραχοποιός
元始天尊 げんしてんそん

ουσιαστικό

  1. 01 Γιουάνσι Τιενζούν (μία από τις ανώτατες θεότητες του Ταοϊσμού)
元売り もとうり

ουσιαστικό

  1. 01 απευθείας πώληση από τον παραγωγό
元亨 げんこう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Γκενκό (23 Φεβρουαρίου 1321 - 9 Δεκεμβρίου 1324)
元暦 げんりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Γκενριάκου (16 Απριλίου 1184 - 14 Αυγούστου 1185)
元宵節 げんしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 γκενσόσετσου, γιορτή των φαναριών που πραγματοποιείται τη νύχτα της 15ης ημέρας του πρώτου μήνα του σεληνιακού ημερολογίου
元久 げんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Γκενκίου, εποχή της ιαπωνικής ιστορίας (20 Φεβρουαρίου 1204 - 27 Απριλίου 1206)
元利 がんり

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαιο και τόκος
元気旺盛 げんきおうせい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 γεμάτος ζωντάνια, γεμάτος σφρίγος, γεμάτος ενέργεια
元正 がんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοχρονιά
元気回復 げんきかいふく

ουσιαστικό

  1. 01 ανάκτηση δυνάμεων, αναζωογόνηση, τόνωση
元禄袖 げんろくそで

ουσιαστικό

  1. 01 κοντά και στρογγυλεμένα μανίκια κιμονό
元弘の乱 げんこうのらん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πόλεμος Γκενκό (1331-1333), επεισόδιο Γκενκό
元にして もとにして

άλλο

  1. 01 με βάση, προερχόμενος από, στηριζόμενος σε, ξεκινώντας από
元本割れ がんぽんわれ

ουσιαστικό

  1. 01 υποχώρηση κάτω από την ονομαστική αξία, απώλεια κεφαλαίου
元歌 もとうた

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπο τραγούδι