330 αποτελέσματα για «共»
共産党宣言 きょうさんとうせんげん
ουσιαστικό
- 01 Κομμουνιστικό Μανιφέστο
共和政体 きょうわせいたい
ουσιαστικό
- 01 δημοκρατικό πολίτευμα
共通部分 きょうつうぶぶん
ουσιαστικό
- 01 τομή (συνόλων), κοινό σύνολο
共用部分 きょうようぶぶん
ουσιαστικό
- 01 κοινόχρηστος χώρος (ενός συγκροτήματος κατοικιών ή άλλου κτιρίου με πολλές μονάδες), κοινόχρηστο στοιχείο
共働 きょうどう
ουσιαστικό
- 01 συνεργασία, κοινή δράση
共同捜査 きょうどうそうさ
ουσιαστικό
- 01 κοινή έρευνα, κοινή ανάκριση
共立 きょうりつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοινός, συλλογικός
共有地 きょうゆうち
ουσιαστικό
- 01 δημόσια γη
- 02 κοινόχρηστη έκταση
共同井戸 きょうどういど
ουσιαστικό
- 01 κοινόχρηστο πηγάδι
共布 ともぎれ
ουσιαστικό
- 01 ίδιο ύφασμα, εφεδρικό ύφασμα (για παράδειγμα για μπάλωμα)
共助 きょうじょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αμοιβαία βοήθεια, αλληλοβοήθεια, συνεργασία
共鳴者 きょうめいしゃ
ουσιαστικό
- 01 συμπαθών, ομοϊδεάτης, συνοδοιπόρος
共食 きょうしょく
ουσιαστικό
- 01 κοινοτική κατανάλωση φαγητού που έχει προσφερθεί σε θεότητα, θυσιαστικό γεύμα
- 02 συνεστίαση, κοινό γεύμα (με την οικογένεια, φίλους κ.λπ.)
共益費 きょうえきひ
ουσιαστικό
- 01 μηνιαία κοινόχρηστα για τους κοινόχρηστους χώρους μιας πολυκατοικίας (φωτισμός κ.λπ.), κοινόχρηστα έξοδα διαμερίσματος
共同租界 きょうどうそかい
ουσιαστικό
- 01 διεθνής παραχώρηση που διοικείται από κοινού από πολλές χώρες (στην Κίνα, π.χ. η Διεθνής Παραχώρηση της Σαγκάης)
共同社会 きょうどうしゃかい
ουσιαστικό
- 01 κοινωνία της κοινότητας, κοινότητα
共有フォルダ きょうゆうフォルダ
ουσιαστικό
- 01 κοινόχρηστος φάκελος
共連れ ともづれ
ουσιαστικό
- 01 είσοδος σε έναν χώρο ακολουθώντας κάποιον που διαθέτει άδεια πρόσβασης (π.χ. μέσα από μια κλειδωμένη πόρτα), με σκοπό την απόκτηση μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης
共同募金 きょうどうぼきん
ουσιαστικό
- 01 κοινοτικό ταμείο κοινωνικής αλληλεγγύης
共同責任 きょうどうせきにん
ουσιαστικό
- 01 συλλογική ευθύνη, αλληλεγγύη