114 αποτελέσματα για «兵»

兵威 へいい

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτική ισχύς
兵刃 へいじん

ουσιαστικό

  1. 01 λάμα σπαθιού
兵禍 へいか

ουσιαστικό

  1. 01 συμφορές του πολέμου
兵額 へいがく

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός στρατιωτών
兵難 へいなん

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμικά δεινά
兵語 へいご

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικός όρος
兵庫県立大学 ひょうごけんりつだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο του Χιόγκο
兵役忌避 へいえききひ

ουσιαστικό

  1. 01 φυγοστρατία
兵器輸出 へいきゆしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαγωγή όπλων
兵站支援 へいたんしえん

ουσιαστικό

  1. 01 εφοδιαστική υποστήριξη
兵庫医科大学 ひょうごいかだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Ιατρικό Πανεπιστήμιο Χιόγκο
兵庫教育大学 ひょうごきょういくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Εκπαίδευσης Δασκάλων Χιόγκο
兵庫髷 ひょうごわげ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικείο χτένισμα που ξεκίνησε από την περίοδο Κέιτσο
兵戈 へいか

ουσιαστικό

  1. 01 σπαθιά, όπλα, πόλεμος
兵器工 へいきこう

ουσιαστικό

  1. 01 οπλουργός
兵器拡散 へいきかくさん

ουσιαστικό

  1. 01 διάδοση εξοπλισμών
兵鋒 へいほう

ουσιαστικό

  1. 01 η αιχμή του ξίφους, η προέλαση ενός στρατού
兵役免状 へいえきめんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 απαλλαγή από τη στράτευση, εξαίρεση από τη στρατολόγηση
兵隊勘定 へいたいかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 μοιρασιά του λογαριασμού, πληρωμή του μεριδίου του καθενός
兵児鮎 へこあゆ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκινόψαρο (Aeoliscus strigatus)