154 αποτελέσματα για «別»

別添 べってん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνημμένο, προσάρτημα, παράρτημα
別ウィンドウ べつウィンドウ

ουσιαστικό

  1. 01 νέο παράθυρο, ξεχωριστό παράθυρο
別表 べっぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 παράρτημα, συνοδευτικός πίνακας (στατιστικός)
別法 べっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορετική μέθοδος
別杯 べっぱい

ουσιαστικό

  1. 01 αποχαιρετιστήριο ποτήρι, αποχαιρετιστήριο δείπνο
別儀 べつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ξεχωριστό ζήτημα
  2. 02 διαφορετικό νόημα
  3. 03 ειδικός λόγος, ειδικές συνθήκες
別勘定 べつかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ξεχωριστός λογαριασμός
別学 べつがく

ουσιαστικό

  1. 01 μονοεκπαιδευτική εκπαίδευση, εκπαίδευση διαχωρισμένη κατά φύλο
別冊付録 べっさつふろく

ουσιαστικό

  1. 01 συμπλήρωμα σε ξεχωριστό τόμο
別居婚 べっきょこん

ουσιαστικό

  1. 01 συμβίωση από απόσταση (γάμος όπου οι σύζυγοι ζουν χωριστά)
別刷り べつずり

ουσιαστικό

  1. 01 απόσπασμα, ανάτυπο, ξεχωριστή εκτύπωση
別送 べっそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεχωριστή αλληλογραφία, ξεχωριστή αποστολή
別誂え べつあつらえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδική παραγγελία
別れに臨ん わかれにのぞん

ουσιαστικό

  1. 01 κατευοδώνω, αποχαιρετώ
別時 べつじ

ουσιαστικό

  1. 01 άλλος χρόνος, χρόνος διαχωρισμού
別科 べっか

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό πρόγραμμα σπουδών, ξεχωριστό τμήμα
別時念仏 べつじねんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 απαγγελία του ονόματος του Βούδα Αμίντα σε καθορισμένη ημέρα και χρονική περίοδο (πρακτική των βουδιστών της Καθαρής Χώρας)
別記 べっき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπλήρωμα, συμπληρωματικό υλικό, επίμετρο, υστερόγραφο, περιθωριακές σημειώσεις
別乾坤 べっけんこん

ουσιαστικό

  1. 01 άλλος κόσμος, ένας άλλος κόσμος
別アカウント べつアカウント

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλακτικός λογαριασμός, δεύτερος λογαριασμός, ξεχωριστός λογαριασμός