159 αποτελέσματα για «利»

利己的な遺伝子 りこてきないでんし

ουσιαστικό

  1. 01 Το εγωιστικό γονίδιο (βιβλίο του Ρίτσαρντ Ντόκινς, 1976)
利食い りぐい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κεφαλαιοποίηση κέρδους
利益社会 りえきしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνία βασισμένη στο αμοιβαίο προσωπικό συμφέρον
利権屋 りけんや

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγός προνομίων, κερδοσκόπος
利潤最大化 りじゅんさいだいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεγιστοποίηση κέρδους
利用明細 りようめいさい

ουσιαστικό

  1. 01 αντίγραφο κίνησης λογαριασμού
利鎌 とがま

ουσιαστικό

  1. 01 κοφτερό δρεπάνι
利敵 りてき

ουσιαστικό

  1. 01 που ωφελεί τον εχθρό
利に走る りにはしる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιδιώκω με ζήλο το προσωπικό μου συμφέρον, σκέφτομαι μόνο το κέρδος
利福 りふく

ουσιαστικό

  1. 01 ευημερία, πρόνοια, οφέλη και ευτυχία
利益配当 りえきはいとう

ουσιαστικό

  1. 01 μέρισμα, μερίδιο κερδών
利き所 ききどころ

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο πίεσης (για παράδειγμα στον βελονισμό)
  2. 02 κρίσιμο σημείο (για παράδειγμα ενός προβλήματος), σημαντικό σημείο
利活用 りかつよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρήση και αξιοποίηση
利己的遺伝子 りこてきいでんし

ουσιαστικό

  1. 01 εγωιστικό γονίδιο
利達 りたつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φήμη, διάκριση, άνοδος, προαγωγή
利き きき

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελεσματικότητα
  2. 02 κυριαρχία (π.χ. αριστερού ή δεξιού χεριού)
  3. 03 δοκιμή (αλκοόλ, τσαγιού κ.λπ.)
利札 りさつ

ουσιαστικό

  1. 01 τοκομερίδιο
利益至上主義 りえきしじょうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 δόγμα υπεροχής του ατομικού συμφέροντος, (ανεύθυνος) καπιταλισμός
利用可能時間 りようかのうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 λογοδοτήσιμος χρόνος
利金 りきん

ουσιαστικό

  1. 01 τόκος