395 αποτελέσματα για «前»
前評判 まえひょうばん
ουσιαστικό
- 01 βαθμός δημόσιου ενδιαφέροντος για επερχόμενο γεγονός ή παράσταση, προκαταρκτικές κριτικές
前略 ぜんりゃく
άλλο, ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραλείποντας τα προκαταρκτικά
- 02 παραλείποντας το προηγούμενο μέρος
前立腺 ぜんりつせん
ουσιαστικό
- 01 προστάτης (αδένας)
前人未到 ぜんじんみとう
ουσιαστικό
- 01 απάτητος (για περιοχή, πεδίο μελέτης κ.λπ.), πρωτόγνωρος (για ανακάλυψη, επίτευγμα κ.λπ.)
前編 ぜんぺん
ουσιαστικό
- 01 πρώτο μέρος (βιβλίου, ταινίας κ.λπ.), πρώτος τόμος
- 02 προοίμιο, πρίκουελ
前記 ぜんき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προαναφερόμενος, προειρημένος, ανωτέρω
前屈 ぜんくつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκύβω προς τα εμπρός
前妻 ぜんさい
ουσιαστικό
- 01 πρώην σύζυγος, πρώην γυναίκα
前妻 こなみ
ουσιαστικό
- 01 πρώτη σύζυγος, νόμιμη σύζυγος
前年度 ぜんねんど
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 προηγούμενο οικονομικό έτος
前門 ぜんもん
ουσιαστικό
- 01 μπροστινή πύλη
前を隠す まえをかくす
άλλο, ρήμα
- 01 καλύπτω τα γεννητικά μου όργανα
前々 まえまえ
ουσιαστικό
- 01 προ πολλού, εδώ και πολύ καιρό
前々 ぜんぜん
πρόθημα
- 01 προπροηγούμενος, δύο θέσεις πριν
前出 ぜんしゅつ
ουσιαστικό
- 01 προαναφερθείς, παραπάνω αναφερθείς, ανωτέρω αναφερθείς, προηγούμενος
前口上 まえこうじょう
ουσιαστικό
- 01 εισαγωγικά σχόλια, εισαγωγικός πρόλογος
前代 ぜんだい
ουσιαστικό
- 01 προηγούμενη γενιά, περασμένες εποχές
前頭葉 ぜんとうよう
ουσιαστικό
- 01 μετωπιαίος λοβός
前側 まえがわ
ουσιαστικό
- 01 μπροστινή πλευρά, πρόσοψη
- 02 πρόσθιος
前職 ぜんしょく
ουσιαστικό
- 01 προηγούμενη εργασία, προηγούμενη απασχόληση
- 02 προκάτοχος