161 αποτελέσματα για «割»

割増手当 わりましてあて

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετη αμοιβή, για παράδειγμα για εργασία που εκτελείται σε ακατάλληλες ώρες ή ως επίδομα υπερωριών, συνήθως για τους αποκαλούμενους εξαιρούμενους εργαζόμενους, δηλαδή εργαζόμενους από τους οποίους αναμένεται να εργαστούν συγκεκριμένο αριθμό υπερωριών
割り石 わりいし

ουσιαστικό

  1. 01 θραυσμένη πέτρα, μπάζα
割賦 かっぷ

ουσιαστικό

  1. 01 κατανομή, ποσόστωση, πληρωμή με δόσεις, πληρωμή με δόσεις, αγορά με δόσεις
割り勘負け わりかんまけ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που βγαίνει χαμένος σε έναν λογαριασμό με διαμοιρασμό εξόδων (δηλαδή το άτομο που καταναλώνει τη μικρότερη ποσότητα φαγητού)
割れ目噴火 われめふんか

ουσιαστικό

  1. 01 ρωγματική έκρηξη
割引切符 わりびききっぷ

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο μειωμένου κομίστρου, εισιτήριο με έκπτωση
割込通話 わりこみつうわ

ρήμα

  1. 01 αναμονή κλήσης (τηλεφωνική υπηρεσία)
割り込み信号 わりこみしんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα διακοπής
割賦販売 かっぷはんばい

ουσιαστικό

  1. 01 πώληση με δόσεις
割引運賃 わりびきうんちん

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικό κόμιστρο, μειωμένο κόμιστρο
割り解す わりほぐす

ρήμα

  1. 01 χτυπάω (π.χ. αυγό), αναδεύω (π.χ. σαντιγί)
割線 かっせん

ουσιαστικό

  1. 01 τέμνουσα γραμμή
割り込みコントローラ わりこみコントローラ

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγκτής διακοπών
割引時間 わりびきじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρες με μειωμένη τιμή, ώρες μειωμένου κομίστρου
割引発行 わりびきはっこう

ουσιαστικό

  1. 01 έκδοση με έκπτωση
割り切れない わりきれない

επίθετο

  1. 01 διαιρετός (αυτός που δεν διαιρείται ακριβώς)
  2. 02 μη πειστικός, ακατανόητος, ανικανοποίητος (που αφήνει αίσθημα ανεκπλήρωτου)
割り目 わりめ

ουσιαστικό

  1. 01 ρωγμή, σχισμή, σπάσιμο, θραύση
割り注 わりちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ουαριτσού, επεξηγηματικές σημειώσεις παρεμβαλλόμενες ανάμεσα σε γραμμές, μεσογραμμικές σημειώσεις, στοιχειοθεσία παρενθετικών σχολίων σε δύο στήλες κειμένου μισού μεγέθους
割り当て額 わりあてがく

ουσιαστικό

  1. 01 κατανομή, ποσό διάθεσης
割殻 われから

ουσιαστικό

  1. 01 καπρέλλα (είδος καρκινοειδούς), φαντασματική γαρίδα