183 αποτελέσματα για «加»

加工乳 かこうにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 επεξεργασμένο γάλα, βιομηχανοποιημένο γάλα
加農 カノン

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνι
加養 かよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φροντίδα ασθενών, περιποίηση του εαυτού
加齢黄斑変性 かれいおうはんへんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας
加重平均 かじゅうへいきん

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμισμένος μέσος όρος
加速運動 かそくうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 επιταχυνόμενη κίνηση
加俸 かほう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετο επίδομα
加工貿易 かこうぼうえき

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόριο επεξεργασίας
加入電話 かにゅうでんわ

ουσιαστικό

  1. 01 τηλέφωνο με συνδρομή, συνδρομητικό τηλέφωνο
加減算器 かげんさんき

ουσιαστικό

  1. 01 προσθέτης-αφαιρέτης
加虐性欲 かぎゃくせいよく

ουσιαστικό

  1. 01 σαδισμός
加入金 かにゅうきん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα εγγραφής
加餐 かさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φροντίδα της υγείας
加除 かじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσθήκη και διαγραφή
加圧器 かあつき

ουσιαστικό

  1. 01 συμπιεστής
加算税 かさんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετος φόρος, φορολογική επιβάρυνση, πρόστιμο
加入権 かにゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα σύνδεσης σε τηλεφωνική γραμμή του οργανισμού NTT
加賀紋 かがもん

ουσιαστικό

  1. 01 έγχρωμο οικογενειακό έμβλημα (δημοφιλές μεταξύ των ανθρώπων από την Κάγκα)
加禄 かろく

ουσιαστικό

  1. 01 αύξηση στο μισθό ενός σαμουράι
加法混色 かほうこんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 προσθετική ανάμειξη χρωμάτων