320 αποτελέσματα για «単»

単性 たんせい

ουσιαστικό

  1. 01 μονόφυλος
単一民族国家 たんいつみんぞくこっか

ουσιαστικό

  1. 01 εθνοτικά ομοιογενές κράτος, φυλετικά ομοιογενές κράτος
単葉 たんよう

ουσιαστικό

  1. 01 απλό φύλλο, μονοφυλλές φύλλο
  2. 02 μονοπλάνο (αεροσκάφος)
単騎待ち たんきまち

ουσιαστικό

  1. 01 αναμονή για ένα μόνο πλακίδιο για την ολοκλήρωση ζεύγους και χεριού, αναμονή για το μισό ενός ζεύγους ενώ έχουν ολοκληρωθεί τέσσερις συνδυασμοί
単項演算子 たんこうえんざんし

ουσιαστικό

  1. 01 μοναδιαίος τελεστής
単身赴任者 たんしんふにんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος που τοποθετείται σε θέση εργασίας μακριά από την οικογένειά του
単筒 たんとう

ουσιαστικό

  1. 01 μονόκαννος
単一通貨 たんいつつうか

ουσιαστικό

  1. 01 ενιαίο νόμισμα, νομισματική ενοποίηση
単子葉植物 たんしようしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μονοκοτυλήδονο φυτό, μονοκοτήδονο
単独室 たんどくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 απομονωτήριο, κελί απομόνωσης, θάλαμος απομόνωσης
単一市場 たんいつしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ενιαία αγορά (π.χ. ευρωπαϊκή ενιαία αγορά)
単語検索 たんごけんさく

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση λέξεων
単身世帯 たんしんせたい

ουσιαστικό

  1. 01 μονομελές νοικοκυριό
単打 たんだ

ουσιαστικό

  1. 01 μονό χτύπημα, χτύπημα μιας βάσης, single
単純ヘルペスウイルス たんじゅんヘルペスウイルス

ουσιαστικό

  1. 01 ιός του απλού έρπητα, HSV
単利 たんり

ουσιαστικό

  1. 01 απλό επιτόκιο
単帯 ひとえおび

ουσιαστικό

  1. 01 αφόδωτη ζώνη κιμονό
単子 たんし

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα
単立 たんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόνομη ίδρυση (π.χ. μιας εταιρείας ή ενός θρησκευτικού τάγματος), εταιρεία ή θρησκευτικό τάγμα που ιδρύθηκε με αυτόν τον τρόπο
単調増加 たんちょうぞうか

ουσιαστικό

  1. 01 μονοτονική αύξηση