87 αποτελέσματα για «危»

危険予知訓練 きけんよちくんれん

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαίδευση πρόληψης εργατικών ατυχημάτων, εκπαίδευση ευαισθητοποίησης για ατυχήματα, εκπαίδευση πρόβλεψης κινδύνων
危機遺産 ききいさん

ουσιαστικό

  1. 01 μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς που κινδυνεύει
危険手当 きけんてあて

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα επικίνδυνης εργασίας
危難失踪 きなんしっそう

ουσιαστικό

  1. 01 εξαφάνιση σε κίνδυνο (διάρκειας άνω του ενός έτους μετά από ατύχημα ή καταστροφή), αγνοούμενος και τεκμαρτά νεκρός
危険水域 きけんすいいき

ουσιαστικό

  1. 01 επικίνδυνα ύδατα
  2. 02 επικίνδυνη κατάσταση (π.χ. σε μια οικονομία), επίφοβος τομέας
危険度 きけんど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός επικινδυνότητας, επίπεδο κινδύνου, επίπεδο ρίσκου
  1. 01 επικίνδυνος
  2. 02 φόβος
  3. 03 ανήσυχος