89 αποτελέσματα για «即»

即日結審 そくじつけっしん

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση απόφαση, άμεση ετυμηγορία, ετυμηγορία αυθημερόν
即即 そくそく

ουσιαστικό

  1. 01 άμεσο σεξ (χωρίς να έχει προηγηθεί ντους)
即時関数 そくじかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοεκτελούμενη συνάρτηση (στην JavaScript), IIFE
即対応 そくたいおう

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση ανταπόκριση (σε ερώτημα κ.λπ.)
即席めん そくせきめん

ουσιαστικό

  1. 01 στιγμιαία ζυμαρικά
即買い そくがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγορά εν θερμώ, παρορμητική αγορά, αγορά επί τόπου
即興詩人 そっきょうしじん

ουσιαστικό

  1. 01 Ο αυτοσχεδιαστής (μυθιστόρημα του 1835 από τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)
即ハボ そくハボ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα με την οποία θέλεις να κάνεις σεξ με την πρώτη ματιά
  1. 01 άμεσος, στιγμιαίος
  2. 02 δηλαδή, συγκεκριμένα
  3. 03 ως έχει, όπως είναι
  4. 04 συμμορφώνομαι, προσαρμόζομαι
  5. 05 συμφωνώ
  6. 06 προσαρμόζομαι