137 αποτελέσματα για «参»
参謀本部情報総局 さんぼうほんぶじょうほうそうきょく
ουσιαστικό
- 01 Γενική Διεύθυνση Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου
参入障壁 さんにゅうしょうへき
ουσιαστικό
- 01 εμπόδια εισόδου (στην αγορά)
参院議員 さんいんぎいん
ουσιαστικό
- 01 μέλος της Άνω Βουλής (της Ιαπωνικής Βουλής των Συμβούλων)
参朝 さんちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη στο ανάκτορο
参加意識 さんかいしき
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα συμμετοχής
参着 さんちゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άφιξη, πληρωμή κατά την εμφάνιση
参看 さんかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραπομπή (π.χ. σε λεξικό, απόσπασμα, υποσημειώσεις), διαβούλευση, σύγκριση
- 02 επίσκεψη, επιθεώρηση
参観人 さんかんにん
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης
参集殿 さんしゅうでん
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα συναθροίσεων ιερού (χρησιμοποιείται για γάμους, δεξιώσεις κ.λπ.)
参院予算委 さんいんよさんい
ουσιαστικό
- 01 επιτροπή προϋπολογισμού της βουλής των συμβούλων
参与官 さんよかん
ουσιαστικό
- 01 κοινοβουλευτικός σύμβουλος
参考文献一覧 さんこうぶんけんいちらん
ουσιαστικό
- 01 βιβλιογραφία
参考本 さんこうぼん
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο αναφοράς
参洛 さんらく
ουσιαστικό
- 01 μετάβαση στην πρωτεύουσα
参与者 さんよしゃ
ουσιαστικό
- 01 συμμετέχων
参賀者 さんがしゃ
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτες που προσέρχονται για να εκφράσουν συγχαρητήρια
参った まいった
επιφώνημα
- 01 νικήθηκα, τα παρατάω, δίκιο έχεις, με έπεισες
参らせる まいらせる
ρήμα
- 01 νικώ, εξουθενώνω, γονατίζω (κάποιον), έρχομαι
参賀帳 さんがちょう
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο συγχαρητηρίων επισκεπτών
参考書目 さんこうしょもく
ουσιαστικό
- 01 βιβλιογραφία