108 αποτελέσματα για «双»

双弓亜綱 そうきゅうあこう

ουσιαστικό

  1. 01 διψιδωτά (τάξη αμνιωτών)
双曲放物面 そうきょくほうぶつめん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολικό παραβολοειδές
双対性 そうついせい

ουσιαστικό

  1. 01 δυαδικότητα
双子語 ふたごご

ουσιαστικό

  1. 01 δίδυμη γλώσσα, ομιλία διδύμων, κρυπτοφασία, ιδιογλωσσία
双曲幾何学 そうきょくきかがく

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική γεωμετρία
双喜 そうき

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή ευτυχία (κινεζικό διακοσμητικό σύμβολο)
双声 そうせい

ουσιαστικό

  1. 01 επαναλαμβανόμενα αρχικά σύμφωνα (στην κινεζική ποίηση)
  2. 02 επαναλαμβανόμενα αρχικά σύμφωνα
双胎 そうたい

ουσιαστικό

  1. 01 δίδυμη κύηση, δίδυμο έμβρυο
双胎妊娠 そうたいにんしん

ουσιαστικό

  1. 01 δίδυμη κύηση
双数 そうすう

ουσιαστικό

  1. 01 δυϊκός, δυϊκός αριθμός
双輪車 そうりんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δίτροχο όχημα
双手刈り もろてがり

ουσιαστικό

  1. 01 μορότε γκάρι (ρίψη στο τζούντο), θερισμός με τα δύο χέρια
双腕 そうわん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 δύο χέρια
  2. 02 και τα δύο χέρια
双丘 そうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 στήθη, γλουτοί, δύο λόφοι
双翅目 そうしもく

ουσιαστικό

  1. 01 δίπτερα
双乳 もろち

ουσιαστικό

  1. 01 στήθη
双子のパラドックス ふたごのパラドックス

ουσιαστικό

  1. 01 παράδοξο των διδύμων (νοητικό πείραμα)
双極アンテナ そうきょくアンテナ

ουσιαστικό

  1. 01 δίπολο κεραία, δίπολο, κεραία τύπου ντάμπλετ
双耳峰 そうじほう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή κορυφή, δίδυμες κορυφές, βουνό με δύο κορυφές
双糸 そうし

ουσιαστικό

  1. 01 δίκλωνο νήμα