218 αποτελέσματα για «受»

受注生産 じゅちゅうせいさん

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευή κατόπιν παραγγελίας, παραγωγή βάσει παραγγελίας
受胎告知 じゅたいこくち

ουσιαστικό

  1. 01 ευαγγελισμός
受領証 じゅりょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποδεικτικό παραλαβής
受刑 じゅけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκτιση ποινής
受信側 じゅしんがわ

ουσιαστικό

  1. 01 δέκτης, οντότητα λήψης
受難者 じゅなんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μάρτυρας, παθών
受傷 じゅしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τραυματίζομαι
受注者 じゅちゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πωλητής, προμηθευτής, ο συμβαλλόμενος που δέχεται ή αποδέχεται μια παραγγελία
受動性 じゅどうせい

ουσιαστικό

  1. 01 παθητικότητα
受験科目 じゅけんかもく

ουσιαστικό

  1. 01 εξεταστέα μαθήματα
受洗 じゅせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βάπτιση, τέλεση βαπτίσματος
受信状態 じゅしんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ποιότητα λήψης σήματος
受信箱 じゅしんばこ

ουσιαστικό

  1. 01 εισερχόμενα (email)
受けやすい うけやすい

επίθετο

  1. 01 ευάλωτος, επιρρεπής, εκτεθειμένος
受けのいい うけのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 δημοφιλής
受任 じゅにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διορισμός, ανάληψη ανατεθειμένων ευθυνών
受動喫煙 じゅどうきつえん

ουσιαστικό

  1. 01 παθητικό κάπνισμα
受信トレイ じゅしんトレイ

ουσιαστικό

  1. 01 εισερχόμενα (email)
受苦 じゅく

ουσιαστικό

  1. 01 υποφέρω από πόνο, βιώνω κακουχίες
受動態 じゅどうたい

ουσιαστικό

  1. 01 παθητική φωνή