165 αποτελέσματα για «可»
可変ピッチプロペラ かへんピッチプロペラ
ουσιαστικό
- 01 έλικα μεταβλητού βήματος
可聴周波数 かちょうしゅうはすう
ουσιαστικό
- 01 ακουστική συχνότητα
可住地 かじゅうち
ουσιαστικό
- 01 κατοικήσιμη περιοχή, κατοικήσιμη γη
可算名詞 かさんめいし
ουσιαστικό
- 01 μετρήσιμο ουσιαστικό
可用率 かようりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό διαθεσιμότητας
可鍛性 かたんせい
ουσιαστικό
- 01 ελατότητα
可算集合 かさんしゅうごう
ουσιαστικό
- 01 αριθμήσιμο σύνολο
可聴距離 かちょうきょり
ουσιαστικό
- 01 ακουστική εμβέλεια
可変費用 かへんひよう
ουσιαστικό
- 01 μεταβλητό κόστος
可逆圧縮 かぎゃくあっしゅく
ουσιαστικό
- 01 συμπίεση χωρίς απώλειες
可塑剤 かそざい
ουσιαστικό
- 01 πλαστικοποιητής
可愛 かわい
άλλο
- 01 χαριτωμένος, αξιαγάπητος, γοητευτικός, όμορφος
可き べき
άλλο
- 01 πρέπει, οφείλω, είμαι υποχρεωμένος
可く べく
άλλο, σύνδεσμος
- 01 για να, με σκοπό να
- 02 οφείλω να, πρέπει να
可し べし
άλλο
- 01 πρέπει, οφείλω, είμαι υποχρεωμένος
- 02 σίγουρα θα, είναι αναπόφευκτο να, πρόκειται να
- 03 θα, πρόκειται να
可憐しい いじらしい
επίθετο
- 01 αξιαγάπητος, γλυκός, χαριτωμένος
- 02 αξιολύπητος, συγκινητικός
可くして べくして
επίθημα, σύνδεσμος
- 01 αναπόφευκτα, σύμφωνα με τη φυσική πορεία των πραγμάτων
- 02 παρόλο που είναι εφικτό
可哀想に かわいそうに
επιφώνημα
- 01 καημένο, τι κρίμα, αλίμονο
可聴度 かちょうど
ουσιαστικό
- 01 ακουστότητα
可かりけり べかりけり
άλλο
- 01 πρέπει, οφείλω