295 αποτελέσματα για «合»

合本 がっぽん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συλλογή σε έναν τόμο
合成繊維 ごうせいせんい

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετική ίνα
合鴨 あいがも

ουσιαστικό

  1. 01 διασταύρωση αγριόπαπιας και ήμερης πάπιας
合皮 ごうひ

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετικό δέρμα
合弁会社 ごうべんがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοπραξία
合縁奇縁 あいえんきえん

ουσιαστικό

  1. 01 παράδοξος αλλά ευτυχής δεσμός ζευγαριού, απόκοσμη σχέση που δημιουργήθηκε από ένα παιχνίδι της μοίρας
合葬 がっそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινή ταφή, ομαδική ταφή, ενταφιασμός μαζί
合祀 ごうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνενθρόνιση
合い挽き肉 あいびきにく

ουσιαστικό

  1. 01 μείγμα από κιμά μοσχαριού και χοιρινού
合歓 ねむ

ουσιαστικό

  1. 01 ακακία η κωνσταντινουπολίτικη (Albizia julibrissin)
合成物 ごうせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ένωση, σύνθετο υλικό
合計額 ごうけいがく

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό ποσό, αθροιστικό σύνολο
合同庁舎 ごうどうちょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκρότημα κυβερνητικών γραφείων
合意形成 ごういけいせい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διαμόρφωση συναίνεσης
合同軍 ごうどうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 συνδυασμένα στρατεύματα
合法ドラッグ ごうほうドラッグ

ουσιαστικό

  1. 01 μη ρυθμιζόμενο ναρκωτικό, ναρκωτικό σχεδιαστή (designer drug), νόμιμο ναρκωτικό
合法性 ごうほうせい

ουσιαστικό

  1. 01 νομιμότητα, έννομη τάξη, εγκυρότητα, δικαιολογημένη υπόσταση
合弁 ごうべん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή διαχείριση, σύμπραξη
  2. 02 συμπέταλος
合い挽き あいびき

ουσιαστικό

  1. 01 μείγμα από κιμά βοδινού και χοιρινού
合同会社 ごうどうがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γκοντό γκαϊσά, ιαπωνική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, γκοντό γκαϊσά, μορφή επιχείρησης που βασίζεται στην αμερικανική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης