88 αποτελέσματα για «吹»

吹き上がる ふきあがる

ρήμα

  1. 01 τινάζομαι στον αέρα, στροβιλίζομαι προς τα πάνω
  2. 02 αναβλύζω (για νερό, ατμό κ.λπ.), εκτοξεύομαι, ωθούμαι προς τα πάνω
吹っ ふっ

πρόθημα

  1. 01 δηλώνει ότι η ενέργεια εκτελείται με δύναμη
吹き戻し ふきもどし

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινη σφυρίχτρα, χάρτινη καραμούζα
吹雪月 ふぶきづき

ουσιαστικό

  1. 01 πέμπτος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
吹けば飛ぶよう ふけばとぶよう

άλλο, επίθετο

  1. 01 εύθραυστος, ασταθής, ασήμαντος, ευτελής, χωρίς κύρος
吹き値売り ふきねうり

ουσιαστικό

  1. 01 πώληση κατά την άνοδο των τιμών, ρευστοποίηση σε ανοδική τάση
吹き値 ふきね

ουσιαστικό

  1. 01 απότομη άνοδος (τιμών), ξαφνική αύξηση
  1. 01 φυσάω
  2. 02 αναπνέω
  3. 03 φυσάω
  4. 04 εκπέμπω
  5. 05 καπνίζω