84 αποτελέσματα για «味»

味消し あじけし

ουσιαστικό

  1. 01 ατζικέσι, κακή κίνηση που καταστρέφει το άτζι κάποιου αναγκάζοντας τον αντίπαλο να ενισχυθεί
味噌屋 みそや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα μίσο, παραγωγός μίσο
味の素 あじのもと

ουσιαστικό

  1. 01 Ατζινομότο (εταιρεία)
  1. 01 γεύση
  2. 02 γεύση