98 αποτελέσματα για «命»

命令レジスタ めいれいレジスタ

ουσιαστικό

  1. 01 καταχωρητής εντολών
命令再試行 めいれいさいしこう

ουσιαστικό

  1. 01 επανεκτέλεση εντολής
命令実行段階 めいれいじっこうだんかい

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλος εντολών
命令取り出しサイクル めいれいとりだしサイクル

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλος ανάκτησης εντολής
命令取出し段階 めいれいとりだしだんかい

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλος ανάκτησης εντολής
命令制御ユニット めいれいせいぎょユニット

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα ελέγχου εντολών
命長ければ恥多し いのちながければはじおおし

άλλο

  1. 01 η μακροζωία επιφέρει πολλές ντροπές, όσο περισσότερο ζεις τόσο περισσότερη ντροπή υφίστασαι
命数法 めいすうほう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμητικό σύστημα
命に代えて いのちにかえて

άλλο

  1. 01 με κίνδυνο της ζωής (για προστασία κ.λπ.), με τίμημα τη ζωή
命名者 めいめいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που ονομάζει, δημιουργός (επιστημονικού ονόματος)
命令型プログラミング めいれいがたプログラミング

ουσιαστικό

  1. 01 προστακτικός προγραμματισμός
命を削る いのちをけずる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συντομεύω τη ζωή μου (μέσω κακουχιών κ.λπ.), επισπεύδω τον θάνατό μου
命令型 めいれいがた

ουσιαστικό

  1. 01 προστακτικός
命令型言語 めいれいがたげんご

ουσιαστικό

  1. 01 προστακτική γλώσσα προγραμματισμού
命を拾う いのちをひろう

άλλο, ρήμα

  1. 01 γλιτώνω παρά τρίχα τον θάνατο, αποφεύγω οριακά τον θάνατο
命を散らす いのちをちらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πεθαίνω, χάνω τη ζωή μου (σε μάχη ή σε νεαρή ηλικία)
命が散る いのちがちる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πεθαίνω, αφήνω την τελευταία μου πνοή (π.χ. κατά τη διάρκεια μάχης)
  1. 01 μοίρα, πεπρωμένο
  2. 02 εντολή, διαταγή
  3. 03 διάταγμα
  4. 04 πεπρωμένο, μοίρα
  5. 05 ζωή
  6. 06 διορίζω, ορίζω