958 αποτελέσματα για «国»

国際線 こくさいせん

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνής αεροπορική γραμμή
国境警備隊 こっきょうけいびたい

ουσιαστικό

  1. 01 συνοριοφυλακή, συνοριοφύλακας, συνοριοφύλακες
国府 こくふ

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνικιστική Κυβέρνηση (της Κίνας, δηλαδή υπό το Κουομιντάνγκ)
  2. 02 επαρχιακό γραφείο (υπό το σύστημα ριτσουριό), πρωτεύουσα επαρχίας
国外逃亡 こくがいとうぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφυγή στο εξωτερικό
国学 こくがく

ουσιαστικό

  1. 01 μελέτη της κλασικής ιαπωνικής λογοτεχνίας και του πολιτισμού
  2. 02 επαρχιακό σχολείο (που ιδρύθηκε υπό το σύστημα ριτσουριό για την εκπαίδευση των παιδιών των επαρχιακών διοικητών)
  3. 03 σχολείο (της πρωτεύουσας μιας επαρχίας κατά τη διάρκεια των δυναστειών Σια, Σανγκ και Τζου)
国防省 こくぼうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο εθνικής άμυνας (ΗΠΑ), το Πεντάγωνο, υπουργείο άμυνας (Ηνωμένο Βασίλειο κ.λπ.)
国際電話 こくさいでんわ

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνής τηλεφωνική κλήση
国法 こくほう

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικό δίκαιο, κρατικός νόμος
国家主席 こっかしゅせき

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός κράτους
国防総省 こくぼうそうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο άμυνας (ΗΠΑ), πεντάγωνο
国費 こくひ

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικές δαπάνες, κρατικές δαπάνες, δημόσιοι πόροι
国風 こくふう

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικά ήθη και έθιμα
  2. 02 επαρχιακό τραγούδι ή μπαλάντα
  3. 03 ουάκα (κλασική ιαπωνική ποίηση, σε αντίθεση με την κινεζική ποίηση)
国鉄 こくてつ

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικός σιδηρόδρομος
  2. 02 ιαπωνικοί εθνικοί σιδηρόδρομοι (1949-1987)
国技 こくぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικό άθλημα
国分寺 こくぶんじ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκουμπόντζι, κρατικά υποστηριζόμενος επαρχιακός ναός (περίοδος Νάρα)
国内線 こくないせん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική αεροπορική γραμμή, εσωτερική αεροπορική εταιρεία
国葬 こくそう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια κηδεία, εθνική κηδεία
国文学 こくぶんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική φιλολογία
国情 こくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 η κατάσταση μιας χώρας
国籍不明 こくせきふめい

ουσιαστικό

  1. 01 ακαθόριστης εθνικότητας (για πλοίο, αεροπλάνο κ.λπ.), αγνώστου ταυτότητας