180 αποτελέσματα για «基»
基本語 きほんご
ουσιαστικό
- 01 βασική λέξη, βασικό λεξιλόγιο
基本金 きほんきん
ουσιαστικό
- 01 κεφάλαιο, αποθεματικό
基石 きせき
ουσιαστικό
- 01 θεμέλιος λίθος, θεμέλιο
基本的権利 きほんてきけんり
ουσιαστικό
- 01 βασικό δικαίωμα, θεμελιώδες δικαίωμα
基線 きせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή βάσης
基本形式 きほんけいしき
ουσιαστικό
- 01 βασική μορφή
基礎試験 きそしけん
ουσιαστικό
- 01 προκλινική μελέτη, βασική μελέτη
基準法 きじゅんほう
ουσιαστικό
- 01 βασικός νόμος
基底構造 きていこうぞう
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης δομή, υποκείμενη δομή
基幹業務 きかんぎょうむ
ουσιαστικό
- 01 κρίσιμης σημασίας λειτουργία, επιχειρησιακό έργο ζωτικής σημασίας
基盤岩 きばんがん
ουσιαστικό
- 01 υπόβαθρο, βραχώδες υπόστρωμα
基調演説 きちょうえんぜつ
ουσιαστικό
- 01 κεντρική ομιλία
基礎生産 きそせいさん
ουσιαστικό
- 01 πρωτογενής παραγωγή
基本賃金 きほんちんぎん
ουσιαστικό
- 01 βασικός μισθός, τακτικός μισθός, αποδοχές πριν από αφαιρέσεις ή προσθήκες
基本多言語面 きほんたげんごめん
ουσιαστικό
- 01 βασικό πολυγλωσσικό επίπεδο, βασικό πολυγλωσσικό επίπεδο (BMP)
基本数 きほんすう
ουσιαστικό
- 01 απλοειδής αριθμός
基本サービス きほんサービス
ουσιαστικό
- 01 βασική υπηρεσία
基底核 きていかく
ουσιαστικό
- 01 βασικά γάγγλια, βασικοί πυρήνες
基本ソフトウェア きほんソフトウェア
ουσιαστικό
- 01 βασικό λογισμικό
基準クロック きじゅんクロック
ουσιαστικό
- 01 ρολόι αναφοράς