94 αποτελέσματα για «増»
増分量 ぞうぶんりょう
ουσιαστικό
- 01 μέγεθος αύξησης
増解結 ぞうかいけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσθήκη ή αφαίρεση τροχαίου υλικού σε τρένο που βρίσκεται σε υπηρεσία
増作 ぞうさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καλή σοδειά, αυξημένη απόδοση
増三和音 ぞうさんわおん
ουσιαστικό
- 01 αυξημένη συγχορδία, αυξημένη τρίφωνη συγχορδία
増白 ぞうはく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φωτεινότητα
増成 ぞうせい
ουσιαστικό
- 01 επέκταση, συσσώρευση, υπερπλασία
- 02 οικοδόμηση (αρχή)
増粘安定剤 ぞうねんあんていざい
ουσιαστικό
- 01 πηκτικό μέσο, σταθεροποιητής υφής
増醸酒 ぞうじょうしゅ
ουσιαστικό
- 01 ζότζοσου, σάκε στο οποίο έχει προστεθεί αποσταγμένη αλκοόλη, γλυκαντικές ουσίες, αρωματικά κ.ά.
増毛 ぞうもう
ουσιαστικό
- 01 αντικατάσταση μαλλιών, αποκατάσταση μαλλιών
増悪 ぞうあく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιδείνωση, χειροτέρευση, έξαρση (ιατρικού όρου)
増殖因子 ぞうしょくいんし
ουσιαστικό
- 01 αυξητικός παράγοντας (κυττάρων)
増上慢 ぞうじょうまん
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 υπερβολική αυτοπεποίθηση, άτομο με υπερβολική αυτοπεποίθηση
- 02 εσφαλμένη πεποίθηση ότι κάποιος έχει φτάσει στη φώτιση
増支部 ぞうしぶ
ουσιαστικό
- 01 Σαμιούτα Νικάγια (βουδιστική σούτρα), Σταδιακή Συλλογή, Αριθμητικές Διδασκαλίες
増
- 01 αυξάνω
- 02 προσθέτω
- 03 αυξάνω, επαυξάνω
- 04 κερδίζω, αποκτώ
- 05 προάγω, προωθώ