154 αποτελέσματα για «好»

好位置 こういち

ουσιαστικό

  1. 01 καλή θέση, ευνοϊκή κατάσταση
好個 こうこ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικός, υπέροχος, κατάλληλος
好手 こうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδήμονας, επιδέξιος άνθρωπος
  2. 02 καλή κίνηση (στο σόγκι, στο γκο, κ.λπ.), έξυπνη κίνηση
好尚 こうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 γούστο, προτίμηση, μόδα
好色家 こうしょくか

ουσιαστικό

  1. 01 λαγνός, φιλήδονος
好奇心は猫をも殺す こうきしんはねこをもころす

άλλο, ρήμα

  1. 01 η περιέργεια σκοτώνει τον γάτο
好一対 こういっつい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ιδανικά ταιριαστός, τέλεια ζευγαρωμένος
好プレー こうプレー

ουσιαστικό

  1. 01 καλή φάση, επιτυχημένη ενέργεια
好晴 こうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ξαστεριά, καλός καιρός
好酸球 こうさんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ηωσινόφιλο, ηωσινόφιλο κυτταρο, οξιόφιλο, οξιόφιλο κυτταρο, ηωσινόφιλο λευκοκυτταρο, οξιόφιλο λευκοκυτταρο, ηωσινόφιλο κοκκιοκυτταρο, ηωσινόφιλο κοκκιοκυτταρο, οξιόφιλο κοκκιοκυτταρο
好中球 こうちゅうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ουδετερόφιλο, ουδετερόφιλο λευκοκύτταρο
好色一代男 こうしょくいちだいおとこ

ουσιαστικό

  1. 01 Κοσόκου Ιτσιντάι Ότοκο, ο ερωτύλος άνδρας του Ιχάρα Σαϊκάκου (διάσημο μυθιστόρημα της περιόδου Έντο)
好演 こうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτυχημένη ερμηνεία, εξαιρετική απόδοση
好走 こうそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλή κούρσα, εξαιρετικό τρέξιμο, καλή πορεία
好奇心猫を殺す こうきしんねこをころす

άλλο, ρήμα

  1. 01 η περιέργεια σκότωσε τη γάτα
好著 こうちょ

ουσιαστικό

  1. 01 καλό βιβλίο
好試合 こうしあい

ουσιαστικό

  1. 01 καλός αγώνας
好色本 こうしょくぼん

ουσιαστικό

  1. 01 πορνογραφικό βιβλίο (περίοδος Έντο)
好位 こうい

ουσιαστικό

  1. 01 ευνοϊκή θέση (κατά τη διάρκεια ενός αγώνα· π.χ. τρίτη έως πέμπτη θέση)
好転反応 こうてんはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδραση ίασης, αντίδραση καθαρισμού, αντίδραση κατά την αποβολή τοξινών μετά από θεραπεία με αντιβιοτικά κ.ά.