114 αποτελέσματα για «完»

完結相 かんけつそう

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεσμένος χρόνος
完了相 かんりょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεσμένος χρόνος
完全花 かんぜんか

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρες άνθος
完全気体 かんぜんきたい

ουσιαστικό

  1. 01 τέλειο αέριο, ιδεατό αέριο
完全導体 かんぜんどうたい

ουσιαστικό

  1. 01 τέλειος αγωγός
完全平方 かんぜんへいほう

ουσιαστικό

  1. 01 τέλειο τετράγωνο
完全葉 かんぜんよう

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρο φύλλο
完晶質 かんしょうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκρυσταλλικός
完全放射体 かんぜんほうしゃたい

ουσιαστικό

  1. 01 μέλαν σώμα, πλήρες ακτινοβόλο σώμα, ιδανικός εκπομπός ακτινοβολίας
完存 かんそん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακέραιος, που διασώζεται πλήρως
完全完売 かんぜんかんばい

άλλο

  1. 01 πλήρης εξάντληση αποθεμάτων (για παράδειγμα σε μια εκποίηση)
完完 かんかん

άλλο

  1. 01 επιβεβαιωμένος ως ολοκληρωμένος
  2. 02 τα πάντα πρέπει να πουληθούν (για παράδειγμα σε μια εκποίηση)
完熟堆肥 かんじゅくたいひ

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρως ωριμασμένο κομπόστ
完全五度 かんぜんごど

ουσιαστικό

  1. 01 τέλεια πέμπτη
完全四度 かんぜんよんど

ουσιαστικό

  1. 01 τέλεια τετάρτη
完全微分 かんぜんびぶん

ουσιαστικό

  1. 01 τέλειο διαφορικό
完全復活 かんぜんふっかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης επανεμφάνιση, επιστροφή μετά από πλήρη ανάρρωση
完泳 かんえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση κολύμβησης, κολύμβηση ολόκληρης της απόστασης
完全癖 かんぜんへき

ουσιαστικό

  1. 01 τελειομανία
完全予約制 かんぜんよやくせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα αποκλειστικά με κρατήσεις, σύστημα αποκλειστικά κατόπιν ραντεβού