86 αποτελέσματα για «密»

密接交際者 みっせつこうさいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο που συναναστρέφεται μέλη του οργανωμένου εγκλήματος, στενός συνεργάτης εγκληματικής οργάνωσης
密命 みつめい

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική εντολή
密訴 みっそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταγγελία, μυστική πληροφόρηση, μυστική αναφορά
密室トリック みっしつトリック

ουσιαστικό

  1. 01 κόλπο κλειδωμένου δωματίου (ειδικά στη λογοτεχνία μυστηρίου), κόλπο κλειστού δωματίου
密輸人 みつゆにん

ουσιαστικό

  1. 01 λαθρέμπορος
  1. 01 μυστικότητα, απόρρητο
  2. 02 πυκνότητα (πληθυσμού)
  3. 03 λεπτομέρεια, σχολαστικότητα
  4. 04 προσοχή, επιμέλεια