112 αποτελέσματα για «寒»

寒がる さむがる

ρήμα

  1. 01 κρυώνω (εκφράζω δυσαρέσκεια για το κρύο), παραπονιέμαι για το κρύο
寒卵 かんたまご

ουσιαστικό

  1. 01 αυγό που γεννιέται τον χειμώνα
寒参り かんまいり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειμερινή επίσκεψη σε ιερό
寒肥 かんごえ

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινή λίπανση
寒点 かんてん

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρά σημεία (του δέρματος)
寒剤 かんざい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυκτικό μείγμα, ψυκτικό μέσο
寒晒し かんざらし

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση στο κρύο
寒鮒 かんぶな

ουσιαστικό

  1. 01 καραβίδα του γλυκού νερού (carassius) που αλιεύεται στα μέσα του χειμώνα
寒帯前線 かんたいぜんせん

ουσιαστικό

  1. 01 πολικό μέτωπο
寒冷高気圧 かんれいこうきあつ

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρός αντικυκλώνας
寒気凛々 かんきりんりん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 δριμύ, τσουχτερό κρύο
寒鯛 かんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατικό λαβράκι των προβάτων (Semicossyphus reticulatus)
  2. 02 ρυγχόψαρο (Choerodon azurio)
寒冷渦 かんれいうず

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρός στρόβιλος
寒からしめる さむからしめる

ρήμα

  1. 01 κρυώνω, ψύχω
寒菅 かんすげ

ουσιαστικό

  1. 01 καρέξ η μορρόου
寒熱往来 かんねつおうらい

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλασσόμενα ρίγη και πυρετός
寒九 かんく

ουσιαστικό

  1. 01 ένατη ημέρα της ψυχρής περιόδου (περίπου 13 Ιανουαρίου)
寒蜆 かんしじみ

ουσιαστικό

  1. 01 κανσιτζίμι (είδος μικρού οστρακόδερμου, αχιβάδα που αλιεύεται κατά τη διάρκεια του χειμώνα)
寒昴 かんすばる

ουσιαστικό

  1. 01 Πλειάδες (ειδικά τον χειμώνα)
寒天蛸 かんてんだこ

ουσιαστικό

  1. 01 καντεντάκο (επταβραχιόνιο χταπόδι)