117 αποτελέσματα για «専»

専門家グループ せんもんかグループ

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα ειδικών, ομάδα εμπειρογνωμόνων
専心一意 せんしんいちい

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αφοσιωμένα, ολόψυχα, με όλη τη δύναμη της ψυχής κάποιου
専修科目 せんしゅうかもく

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό μάθημα, αντικείμενο ειδίκευσης, κύριος τομέας σπουδών
専用キー せんようキー

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλειστικό πλήκτρο
専従者 せんじゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο που απασχολείται αποκλειστικά σε μία εργασία, εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, συνδικαλιστικό στέλεχος πλήρους απασχόλησης
専売特許品 せんばいとっきょひん

ουσιαστικό

  1. 01 κατοχυρωμένο προϊόν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
専門章 せんもんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο σε εξειδικευμένο πεδίο
専有権 せんゆうけん

ουσιαστικό

  1. 01 μονοπώλιο, αποκλειστικό δικαίωμα
専管水域 せんかんすいいき

ουσιαστικό

  1. 01 ύδατα υπό τη δικαιοδοσία κάποιου, χωρικά ύδατα
専断横行 せんだんおうこう

ουσιαστικό

  1. 01 επικράτηση της αυθαιρεσίας, πληθώρα αυθαίρετων αποφάσεων (δράση βάσει προσωπικής εξουσίας)
専門シソーラス せんもんシソーラス

ουσιαστικό

  1. 01 εξειδικευμένο θησαυρός
専門家システム せんもんかシステム

ουσιαστικό

  1. 01 έμπειρο σύστημα
専門辞書 せんもんじしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό λεξικό
専門分類体系 せんもんぶんるいたいけい

ουσιαστικό

  1. 01 εξειδικευμένο σύστημα ταξινόμησης
専門用語集 せんもんようごしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γλωσσάρι τεχνικών όρων
専用レジスタ せんようレジスタ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός καταχωρητής
専管租界 せんかんそかい

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλειστική ξένη παραχώρηση που διοικείται από μία μόνο χώρα (στην Κίνα)
専技 せんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανικός πλήρους απασχόλησης, τεχνικός πλήρους απασχόλησης
専有部分 せんゆうぶぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιόκτητα τμήματα πολυκατοικίας (π.χ. οι μεμονωμένες μονάδες· σε αντιδιαστολή με τους κοινόχρηστους χώρους που ανήκουν σε όλους κ.λπ.), αποκλειστικό στοιχείο
専門メーカー せんもんメーカー

ουσιαστικό

  1. 01 εξειδικευμένος κατασκευαστής, ειδικός κατασκευαστής, κατασκευαστής που εξειδικεύεται σε...