177 αποτελέσματα για «常»

常勤講師 じょうきんこうし

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικός λέκτορας
常温核融合 じょうおんかくゆうごう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρή σύντηξη
常置 じょうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μόνιμος, διαρκής
常雇い じょうやとい

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική απασχόληση, απασχόληση πλήρους ωραρίου
  2. 02 τακτικός υπάλληλος, υπάλληλος πλήρους ωραρίου, μόνιμος υπάλληλος
常任委員 じょうにんいいん

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικό μέλος επιτροπής
常得意 じょうとくい

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικός πελάτης, θαμώνας
常ならず つねならず

επίρρημα

  1. 01 ασυνήθιστα, αταίριαστα
常節 とこぶし

ουσιαστικό

  1. 01 τοκομπούσι (είδος αχιβάδας ή αυτιού της θάλασσας)
常談 じょうだん

ουσιαστικό

  1. 01 συνηθισμένη συζήτηση
  2. 02 αστείο
常識学派 じょうしきがくは

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή της κοινής λογικής (σκωτική)
常会 じょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική συνεδρίαση
  2. 02 τακτική κοινοβουλευτική σύνοδος
常圧 じょうあつ

ουσιαστικό

  1. 01 κανονική πίεση, συνηθισμένη πίεση, νορμοβαρικός
常数 じょうすう

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερά, αμετάβλητος
常陸国風土記 ひたちのくにふどき

ουσιαστικό

  1. 01 Χιτάτσι Φουντόκι (περιγραφή του πολιτισμού, του κλίματος, κ.λπ. της επαρχίας Χιτάτσι· περίπου 720 μ.Χ.)
常任指揮者 じょうにんしきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μόνιμος αρχιμουσικός
常染色体 じょうせんしょくたい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσωματικό χρωμόσωμα (μη φυλετικό χρωμόσωμα)
常緑高木 じょうりょくこうぼく

ουσιαστικό

  1. 01 αειθαλές ψηλό δέντρο
常用外 じょうようがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός της λίστας τζογιό (για κάντζι)
常寂光土 じょうじゃっこうど

ουσιαστικό

  1. 01 χώρα του αιώνιου γαλήνιου φωτός (το υψηλότερο βασίλειο στον βουδισμό Τεντάι)
常しえ とこしえ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αιωνιότητα