152 αποτελέσματα για «広»
広聴 こうちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δημόσια διαβούλευση, ενημέρωση του κοινού
広島型原爆 ひろしまがたげんばく
ουσιαστικό
- 01 ατομική βόμβα τύπου Χιροσίμα
広島経済大学 ひろしまけいざいだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Οικονομικών της Χιροσίμα
広報広聴課 こうほうこうちょうか
ουσιαστικό
- 01 τμήμα ενημέρωσης και δημοσίων σχέσεων (ενός δημόσιου φορέα κ.λπ.), διεύθυνση ενημέρωσης κοινού
広報担当官 こうほうたんとうかん
ουσιαστικό
- 01 υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων, εκπρόσωπος τύπου
広域行政 こういきぎょうせい
ουσιαστικό
- 01 διοίκηση ευρύτερης περιοχής
広義積分 こうぎせきぶん
ουσιαστικό
- 01 γενικευμένο ολοκλήρωμα
広告ビラ こうこくびら
ουσιαστικό
- 01 διαφημιστικό φυλλάδιο, διαφημιστική αφίσα, φλάιερ
広し ひろし
άλλο
- 01 ευρύχωρος, απέραντος, πλατύς
広さ ひろさ N2
ουσιαστικό
- 01 έκταση, μέγεθος, διαστάσεις
- 02 πλάτος, εύρος
広報情報 こうほうじょうほう
ουσιαστικό
- 01 πληροφορίες δημοσίων σχέσεων
広く ひろく
επίρρημα
- 01 ευρέως, κατά κόρον, εκτενώς, παγκοσμίως
広報外交 こうほうがいこう
ουσιαστικό
- 01 δημόσια διπλωματία
広告市場 こうこくいちば
ουσιαστικό
- 01 διαφημιστική αγορά
広範多岐 こうはんたき
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 εκτενής και ποικίλος
広頭小蛾 ひろずこが
ουσιαστικό
- 01 τινείδης (οποιοσδήποτε σκόρος της οικογένειας Τινείδες)
広鼻猿類 こうびえんるい
ουσιαστικό
- 01 πλατύρρινος (πρωτεύον θηλαστικό της υπόταξης πλατύρρινα, το οποίο έχει ρουθούνια που απέχουν πολύ μεταξύ τους)
広域LAN こういきラン
ουσιαστικό
- 01 τοπικό δίκτυο ευρείας περιοχής
広域イーサネット こういきイーサネット
ουσιαστικό
- 01 ευρυζωνικό δίκτυο ethernet
広域網 こういきもう
ουσιαστικό
- 01 δίκτυο ευρείας περιοχής