100 αποτελέσματα για «座»
座繰り ざぐり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χειροκίνητη περιέλιξη (ιδίως μεταξιού), χειροκίνητη νηματουργία
- 02 βύθιση κεφαλής κοχλία (δημιουργία κωνικής εσοχής ώστε να μην προεξέχει ο κοχλίας), καθέτιση επιφανείας (κατεργασία επίπεδης επιφάνειας για την έδραση κεφαλής κοχλία)
- 03 κοίλανση (π.χ. σε κάθισμα ξύλινης καρέκλας, μοτίβο σκαλίσματος σε στέγη κ.λπ.)
座浴 ざよく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λουτρό λεκάνης
座蒲 ざふ
ουσιαστικό
- 01 στρογγυλό μαξιλάρι που χρησιμοποιείται για τον διαλογισμό Ζεν (παραδοσιακά κατασκευασμένο από φύλλα ψάθας)
座技 すわりわざ
ουσιαστικό
- 01 τεχνική αυτοάμυνας από καθιστή θέση στο αϊκίντο
座職 ざしょく
ουσιαστικό
- 01 καθιστική εργασία
座布団を当てる ざぶとんをあてる
άλλο, ρήμα
- 01 κάθομαι πάνω σε μαξιλάρι ζαμπουτόν
座り相撲 すわりずもう
ουσιαστικό
- 01 πάλη που διεξάγεται σε καθιστή θέση
座標格子 ざひょうこうし
ουσιαστικό
- 01 πλέγμα συντεταγμένων
座標図形処理 ざひょうずけいしょり
ουσιαστικό
- 01 γραφικά συντεταγμένων, γραμμικά γραφικά
座観式庭園 ざかんしきていえん
ουσιαστικό
- 01 μικρός κήπος που απολαμβάνεται καλύτερα καθισμένος σε ένα σταθερό σημείο θέασης
座左の銘 ざさのめい
ουσιαστικό
- 01 αγαπημένο ρητό, προσωπικό μότο
座り湯 すわりゆ
ουσιαστικό
- 01 λουτρό με υπερυψωμένα επίπεδα (καθίσματα) για να κάθεται κανείς
座拝 ざはい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθιστή προσευχή, λατρεία ενόσω κάποιος κάθεται
座席指定 ざせきしてい
ουσιαστικό
- 01 κράτηση θέσης, επιλογή θέσης
座席数 ざせきすう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός διαθέσιμων θέσεων
座敷芸 ざしきげい
ουσιαστικό
- 01 επίδειξη σε γλέντι, τρυκ για πάρτι
座位分娩 ざいぶんべん
ουσιαστικό
- 01 τοκετός σε καθιστή θέση, γέννα σε καθιστή στάση
座組 ざぐみ
ουσιαστικό
- 01 ομάδα που εμπλέκεται σε θεατρική παραγωγή, παράσταση κ.λπ., ομάδα που εμπλέκεται σε έργο ή επιχείρηση
座して ざして
άλλο, επίρρημα
- 01 κάθομαι άπρακτος, δεν κάνω τίποτα, μένω με σταυρωμένα τα χέρια
座
- 01 κάθομαι οκλαδόν
- 02 κάθισμα
- 03 μαξιλάρι
- 04 συγκέντρωση
- 05 κάθομαι