83 αποτελέσματα για «延»

延長保証 えんちょうほしょう

ουσιαστικό

  1. 01 επέκταση εγγύησης
延髄外側症候群 えんずいがいそくしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο πλάγιου προμήκη
  1. 01 παρατείνω
  2. 02 τέντωμα, επιμήκυνση