88 αποτελέσματα για «弁»
弁蓋部 べんがいぶ
ουσιαστικό
- 01 κάλυμμα, οφθαλμική μοίρα του κάτω μετωπιαίου έλικα
弁別閾 べんべついき
ουσιαστικό
- 01 κατώφλι διαφοράς, διαφορικό όριο
弁理士法 べんりしほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας
弁論部 べんろんぶ
ουσιαστικό
- 01 όμιλος ρητορικής
弁別的 べんべつてき
επίθετο
- 01 διακριτικός
弁別的素性 べんべつてきそせい
ουσιαστικό
- 01 διακριτικό γνώρισμα
弁別的特徴 べんべつてきとくちょう
ουσιαστικό
- 01 διακριτικό χαρακτηριστικό
弁
- 01 βαλβίδα
- 02 πέταλο
- 03 πλεξούδα
- 04 ομιλία
- 05 διάλεκτος
- 06 διάκριση
- 07 ξεφορτώνομαι
- 08 διακρίνω
- 09 κωνικό καπέλο