82 αποτελέσματα για «弱»

弱きを助け強きをくじく よわきをたすけつよきをくじく

άλλο, ρήμα

  1. 01 βοηθώ τους αδύναμους και τιμωρώ τους ισχυρούς
  1. 01 αδύναμος
  2. 02 εύθραυστος, αδύναμος