83 αποτελέσματα για «弾»

弾薬筒 だんやくとう

ουσιαστικό

  1. 01 φυσίγγιο (για πυροβόλο όπλο)
弾糸 だんし

ουσιαστικό

  1. 01 ελατήριο (βοτανικό όργανο σπόρων)
  2. 02 τσίμπημα (χορδής μουσικού οργάνου)
  1. 01 σφαίρα
  2. 02 κρότος
  3. 03 τινάζω
  4. 04 σπάω