207 αποτελέσματα για «当»

当世風 とうせいふう

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία λέξη της μόδας (σε ένδυση, κόμμωση, κ.λπ.), σύγχρονο στυλ
当否 とうひ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθότητα, το σωστό ή το λάθος, δικαιοσύνη
当てこする あてこする

ρήμα

  1. 01 υπονοώ, σατιρίζω, ειρωνεύομαι, αφήνω αιχμές
当たらずといえども遠からず あたらずといえどもとおからず

άλλο

  1. 01 όχι ακριβώς σωστό, αλλά αρκετά κοντά σε αυτό, όχι πολύ μακριά από τον στόχο
当山 とうざん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτό το βουνό
  2. 02 αυτός ο ναός
当寺 とうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός ο ναός
当番兵 とうばんへい

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτης αξιωματικού, στρατιωτικός ακόλουθος
当事国 とうじこく

ουσιαστικό

  1. 01 εμπλεκόμενες χώρες
当て所なく あてどなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 χωρίς σκοπό, άσκοπα
当たり年 あたりどし

ουσιαστικό

  1. 01 καλή χρονιά, τυχερή χρονιά, χρονιά με πλούσια σοδειά, εξαιρετική χρονιά
当選番号 とうせんばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερός αριθμός (π.χ. σε λαχείο), νικητήριος αριθμός
当日券 とうじつけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο αυθημερόν
当年とって とうねんとって

άλλο

  1. 01 γίνομαι ... ετών φέτος
当選確実 とうせんかくじつ

ουσιαστικό

  1. 01 προβλέπεται η νίκη, είναι βέβαιη η εκλογή, διασφαλισμένη εκλογή
当惑気味 とうわくぎみ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ελαφρώς μπερδεμένος, σε κατάσταση κάποιας αμηχανίας
当て逃げ あてにげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τροχαίο ατύχημα με εγκατάλειψη και πρόκληση υλικών ζημιών
当て所 あてど

ουσιαστικό

  1. 01 σκοπός, επιδίωξη
当為 とうい

ουσιαστικό

  1. 01 το δέον, αυτό που οφείλει να είναι, αυτό που πρέπει να γίνει
当てっこ あてっこ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παιχνίδι μαντεψιάς
当たり負け あたりまけ

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απώλεια ορμής ή αδράνειας λόγω σύγκρουσης, το να παραμερίζεται κανείς από δύναμη