123 αποτελέσματα για «微»
微系数 びけいすう
ουσιαστικό
- 01 παράγωγος
微分断面積 びぶんだんめんせき
ουσιαστικό
- 01 διαφορική ενεργός διατομή
微分商 びぶんしょう
ουσιαστικό
- 01 διαφορικό πηλίκο
微生物分解 びせいぶつぶんかい
ουσιαστικό
- 01 βιοαποικοδόμηση
微粒子病原体 びりゅうしびょうげんたい
ουσιαστικό
- 01 Nosema bombycis (μικροσπορίδιο παράσιτο υπεύθυνο για την πεβρίνη)
微粒子現像 びりゅうしげんぞう
ουσιαστικό
- 01 εμφάνιση λεπτόκοκκου φιλμ
微化石 びかせき
ουσιαστικό
- 01 μικροαπολίθωμα
微地形 びちけい
ουσιαστικό
- 01 μικροανάγλυφο, μικροτοπογραφία
微小地震 びしょうじしん
ουσιαστικό
- 01 μικροσεισμός
微斜長石 びしゃちょうせき
ουσιαστικό
- 01 μικροκλινής
微量要素 びりょうようそ
ουσιαστικό
- 01 ιχνοστοιχείο
微気象 びきしょう
ουσιαστικό
- 01 μικρομετεωρολογικό φαινόμενο
微生物遺伝学 びせいぶついでんがく
ουσιαστικό
- 01 μικροβιακή γενετική
微気候 びきこう
ουσιαστικό
- 01 μικροκλίμα
微絨毛 びじゅうもう
ουσιαστικό
- 01 μικρολάχνη
微圧計 びあつけい
ουσιαστικό
- 01 μικρομανόμετρο, τασίμετρο
微塵子浮草 みじんこうきくさ
ουσιαστικό
- 01 ασιατικό υδροφύκι (γένος Γουλφία η σφαιρική)
微生物燃料電池 びせいぶつねんりょうでんち
ουσιαστικό
- 01 μικροβιακή κυψέλη καυσίμου, MFC
微生物叢 びせいぶつそう
ουσιαστικό
- 01 μικροβίωμα
- 02 μικροβίωμα
微細藻類 びさいそうるい
ουσιαστικό
- 01 μικροάλγη