430 αποτελέσματα για «心»

心が躍る こころがおどる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενθουσιάζομαι, νιώθω μεγάλο ενθουσιασμό
心を鬼にする こころをおににする

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκληραίνω την καρδιά μου, δείχνω αλύγιστος
心惹かれる こころひかれる

ρήμα

  1. 01 ελκύομαι, γοητεύομαι
心を砕く こころをくだく

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια, παιδεύομαι, σπάω το κεφάλι μου
  2. 02 ανησυχώ, προβληματίζομαι
心配無用 しんぱいむよう

άλλο

  1. 01 μην ανησυχείς για αυτό, δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθείς, δεν υπάρχει λόγος για άγχος, όλα είναι υπό έλεγχο
心が動く こころがうごく

άλλο, ρήμα

  1. 01 παθιάζομαι με κάτι, συγκινούμαι, νιώθω την τάση να κάνω κάτι
心情的 しんじょうてき

επίθετο

  1. 01 συναισθηματικός, σε συναισθηματικό επίπεδο, στην καρδιά κάποιου
心を入れ替える こころをいれかえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αλλάζω σελίδα στη ζωή μου, διορθώνω τη συμπεριφορά μου, μετανοώ
心を通わせる こころをかよわせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναπτύσσω συναισθηματικό δεσμό με κάποιον, έρχομαι σε επικοινωνία με, συνδέομαι συναισθηματικά με
心安い こころやすい

επίθετο

  1. 01 οικείος, ανέμελος, γνώριμος, φιλικός
心の痛み こころのいたみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ψυχικός πόνος, πόνος στην καρδιά, συναισθηματική οδύνη
心に留める こころにとめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω κατά νου, συγκρατώ στη μνήμη μου, σημειώνω
心臓部 しんぞうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή της καρδιάς, κεντρικό τμήμα
  2. 02 καρδιά (π.χ. μιας πόλης), κέντρο
心に染む こころにそむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ευχαριστώ, ικανοποιώ, ταιριάζω
心象 しんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 νοητική εικόνα, πνευματική αναπαράσταση, εικόνα
心に浮かぶ こころにうかぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 έρχομαι στο μυαλό, ξεπροβάλλω στη σκέψη
心理状態 しんりじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική κατάσταση, πνευματική κατάσταση
心痛 しんつう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανησυχία, ψυχική αγωνία, καρδιοχτύπι
心拍 しんぱく

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιακός παλμός
心電図 しんでんず

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτροκαρδιογράφημα, ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ)