172 αποτελέσματα για «感»

感奮 かんぷん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεγείρομαι, εμπνέομαι, παρακινούμαι σε δράση
感圧 かんあつ

ουσιαστικό

  1. 01 ευαισθησία στην πίεση
感染病 かんせんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταδοτικό νόσημα
感染爆発 かんせんばくはつ

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτική αύξηση των λοιμώξεων, έξαρση των κρουσμάτων μιας λοίμωξης
感情に走る かんじょうにはしる

ρήμα, άλλο

  1. 01 ενεργώ βάσει των συναισθημάτων μου, παρασύρομαι από τα συναισθήματά μου, γίνομαι συναισθηματικός
感染率 かんせんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό μόλυνσης
感情むき出し かんじょうむきだし

ουσιαστικό

  1. 01 εκδήλωση συναισθημάτων, συναισθηματική υπερβολή, οξύτητα
感覚遮断 かんかくしゃだん

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητηριακή αποστέρηση
感謝感激雨あられ かんしゃかんげきあめあられ

επιφώνημα

  1. 01 αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη
感染呪術 かんせんじゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταδοτική μαγεία
感情家 かんじょうか

ουσιαστικό

  1. 01 συναισθηματικός άνθρωπος
感動詞 かんどうし

ουσιαστικό

  1. 01 επιφώνημα
感覚論 かんかくろん

ουσιαστικό

  1. 01 αισθησιοκρατία
感傷主義 かんしょうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συναισθηματισμός
感染症法 かんせんしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί λοιμωδών νοσημάτων
感覚野 かんかくや

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητήρια περιοχή (του εγκεφαλικού φλοιού), περιοχή των αισθήσεων
感熱紙 かんねつし

ουσιαστικό

  1. 01 θερμοευαίσθητο χαρτί, θερμικό χαρτί
感ける かまける

ρήμα

  1. 01 απορροφώμαι υπερβολικά από κάτι, είμαι πολύ απασχολημένος με κάτι, συγκεντρώνομαι μονοδιάστατα σε κάτι
感染例 かんせんれい

ουσιαστικό

  1. 01 περιστατικό μόλυνσης
感作 かんさ

ουσιαστικό

  1. 01 ευαισθητοποίηση (ανοσολογική)