220 αποτελέσματα για «戦»
戦傷 せんしょう
ουσιαστικό
- 01 πολεμικό τραύμα
戦勝国 せんしょうこく
ουσιαστικό
- 01 νικήτρια χώρα
戦略兵器 せんりゃくへいき
ουσιαστικό
- 01 στρατηγικά όπλα
戦争後 せんそうご
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μεταπολεμικός, μετά τον πόλεμο
戦争屋 せんそうや
ουσιαστικό
- 01 πολεμοκάπηλος, πολεμοχαρής
戦災孤児 せんさいこじ
ουσιαστικό
- 01 ορφανό πολέμου
戦略家 せんりゃくか
ουσιαστικό
- 01 στρατηγιστής
戦上手 いくさじょうず
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 έμπειρος στη μάχη, επιδέξιος στη μάχη, έμπειρος πολεμιστής
戦術家 せんじゅつか
ουσιαστικό
- 01 τακτικιστής, στρατηγικός νους
戦争映画 せんそうえいが
ουσιαστικό
- 01 πολεμική ταινία
戦備 せんび
ουσιαστικό
- 01 πολεμικές προετοιμασίες
戦意高揚 せんいこうよう
ουσιαστικό
- 01 ανύψωση του ηθικού για μάχη
戦雲 せんうん
ουσιαστικό
- 01 σύννεφα πολέμου, απειλή πολέμου
戦塵 せんじん
ουσιαστικό
- 01 σκόνη της μάχης, ο θόρυβος του πολέμου
戦没者 せんぼつしゃ
ουσιαστικό
- 01 πεσόντες στη μάχη, άνθρωποι που σκοτώθηκαν στον πόλεμο
戦争準備 せんそうじゅんび
ουσιαστικό
- 01 προετοιμασία πολέμου
戦渦 せんか
ουσιαστικό
- 01 εμπόλεμη κατάσταση, δίνη του πολέμου
戦争犯罪 せんそうはんざい
ουσιαστικό
- 01 εγκλήματα πολέμου
戦区 せんく
ουσιαστικό
- 01 πολεμικό θέατρο, τομέας
戦時体制 せんじたいせい
ουσιαστικό
- 01 πολεμικό καθεστώς, ετοιμότητα πολέμου