135 αποτελέσματα για «所»
所得税法 しょとくぜいほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί φόρου εισοδήματος
所出 しょしゅつ
ουσιαστικό
- 01 τόπος γέννησης, πηγή
所掌 しょしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπό την αρμοδιότητα κάποιου, κατέχω την αρμοδιότητα
所属長 しょぞくちょう
ουσιαστικό
- 01 προϊστάμενος, επόπτης
所嫌わず ところきらわず
άλλο, επίρρημα
- 01 οπουδήποτε, παντού, αδιακρίτως, ανεξαρτήτως μέρους
所得控除 しょとくこうじょ
ουσιαστικό
- 01 έκπτωση φόρου, αφαίρεση από το φορολογητέο εισόδημα, απαλλαγές και εκπτώσεις εισοδήματος
所有財産 しょゆうざいさん
ουσιαστικό
- 01 κατοχή, ιδιοκτησία
所有格 しょゆうかく
ουσιαστικό
- 01 κτητική πτώση
所思 しょし
ουσιαστικό
- 01 σκέψεις, απόψεις
所場 しょば
ουσιαστικό
- 01 χώρος (για τη λειτουργία επιχείρησης, π.χ. υπαίθριος πάγκος)
所々方々 しょしょほうぼう
ουσιαστικό
- 01 παντού, σε διάφορα μέρη
所得水準 しょとくすいじゅん
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο εισοδήματος
所懐 しょかい
ουσιαστικό
- 01 άποψη
所得者 しょとくしゃ
ουσιαστικό
- 01 εισοδηματίας
所帯道具 しょたいどうぐ
ουσιαστικό
- 01 οικιακά είδη
所帯主 しょたいぬし
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός νοικοκυριού
所得代替率 しょとくだいたいりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό αναπλήρωσης σύνταξης, ποσοστό υποκατάστασης εισοδήματος (της δημόσιας σύνταξης)
所記 しょき
ουσιαστικό
- 01 σημαινόμενο
所得再分配 しょとくさいぶんぱい
ουσιαστικό
- 01 αναδιανομή εισοδήματος
所得顔 ところえがお
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 θριαμβευτικό ύφος