162 αποτελέσματα για «投»

投資資金 とうししきん

ουσιαστικό

  1. 01 επενδυτικό κεφάλαιο, διαθέσιμα κεφάλαια για επένδυση, κεφάλαιο επένδυσης
投与量 とうよりょう

ουσιαστικό

  1. 01 δόση
投影面積 とうえいめんせき

ουσιαστικό

  1. 01 προβαλλόμενη επιφάνεια
投げキス なげキス

ουσιαστικό

  1. 01 φιλί στον αέρα, χειροφίλημα
投書箱 とうしょばこ

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματοκιβώτιο προτάσεων, κουτί παραπόνων
投げ文 なげぶみ

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτική επιστολή που ρίχνεται σε μια οικία
投信 とうしん

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαίο κεφάλαιο
投弾 とうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρίψη βόμβας
  2. 02 σφενδόβολος λίθος
投槍器 とうそうき

ουσιαστικό

  1. 01 ατλατλ, γουμέρα, εκτοξευτής δοράτων
投擲槍 とうてきそう

ουσιαστικό

  1. 01 ακοντιστικό δόρυ, ακόντιο
投合 とうごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφωνία, σύμπτωση, σύμπνοια
投薬量 とうやくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 δοσολογία, δόση
投球動作 とうきゅうどうさ

ουσιαστικό

  1. 01 κίνηση προετοιμασίας ρίψης
投票総数 とうひょうそうすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικός αριθμός ψήφων που κατατέθηκαν
投写 とうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προβολή (εικόνων)
投書欄 とうしょらん

ουσιαστικό

  1. 01 στήλη επιστολών αναγνωστών, τμήμα αλληλογραφίας προς τον αρχισυντάκτη
投げ入れ なげいれ

ουσιαστικό

  1. 01 ναγκεϊρέ, ελεύθερο στυλ ανθοδετικής
投扇興 とうせんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι ρίψης βεντάλιας (τοσενκιό)
投資者 とうししゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επενδυτής
投資顧問 とうしこもん

ουσιαστικό

  1. 01 επενδυτικός σύμβουλος, χρηματοοικονομικός σύμβουλος