142 αποτελέσματα για «持»

持仏堂 じぶつどう

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα ή δωμάτιο όπου φυλάσσεται ένα προσωπικό βουδιστικό άγαλμα ή οι πλάκες των προγόνων
持ち扱う もちあつかう

ρήμα

  1. 01 κρατώ ή χειρίζομαι με τα χέρια, διαχειρίζομαι
  2. 02 δυσκολεύομαι στον χειρισμό
持ち船 もちぶね

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιόκτητο πλοίο
持針器 じしんき

ουσιαστικό

  1. 01 βελονοκάτοχος, εργαλείο συγκράτησης βελόνας
持ち回る もちまわる

ρήμα

  1. 01 κουβαλώ μαζί μου
持ってけドロボー もってけどろぼう

άλλο

  1. 01 κλοπή (είναι τόσο φθηνό που είναι σαν να το κλέβεις), πάρ' το, κλέφτη
持ち芸 もちげい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικότητα στην τέχνη κάποιου, ρεπερτόριο
持仏 じぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικό βουδιστικό άγαλμα
持ち馬 もちうま

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιόκτητα άλογα, ιδιόκτητο άλογο
持薬 じやく

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική φαρμακευτική αγωγή
持株会社 もちかぶがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία συμμετοχών
持戒 じかい

ουσιαστικό

  1. 01 τηρώ αυστηρά τις βουδιστικές εντολές
持説 じせつ

ουσιαστικό

  1. 01 πάγια άποψη, εμμονή σε μια γνώμη
持ち株比率 もちかぶひりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό συμμετοχής, ποσοστό κατεχόμενων μετοχών (π.χ. από έναν συγκεκριμένο επενδυτή), ποσοστό ιδίων κεφαλαίων
持続可能性 じぞくかのうせい

ουσιαστικό

  1. 01 βιωσιμότητα
持ち球 もちだま

ουσιαστικό

  1. 01 ρεπερτόριο ριψέων του παίκτη
  2. 02 διαθέσιμες μπάλες (στο πατσίνκο)
持つべきものは友人 もつべきものはゆうじん

άλλο

  1. 01 ένας φίλος είναι πολύτιμο απόκτημα, ένας καλός φίλος είναι μεγάλη ευλογία
持ち崩す もちくずす

ρήμα

  1. 01 καταστρέφω τον εαυτό μου, ξεπέφτω
持国天 じこくてん

ουσιαστικό

  1. 01 Τζικοκουτέν (βουδιστική θεότητα)
持将棋 じしょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ισόπαλη παρτίδα
  2. 02 αδιέξοδο