202 αποτελέσματα για «指»
指名打者 しめいだしゃ
ουσιαστικό
- 01 σημειντάσα, αθλητής που χτυπά στη θέση του πίτσερ στο μπέιζμπολ
指示代名詞 しじだいめいし
ουσιαστικό
- 01 δεικτική αντωνυμία
指貫 さしぬき
ουσιαστικό
- 01 είδος σασηνούκι (παραδοσιακό παντελόνι τύπου χακάμα που φοριόταν στην αρχαιότητα)
指し棒 さしぼう
ουσιαστικό
- 01 δείκτης, ράβδος υπόδειξης
指貫 ゆびぬき
ουσιαστικό
- 01 δακτυλήθρα
指導原理 しどうげんり
ουσιαστικό
- 01 κατευθυντήρια αρχή
指詰め ゆびつめ
ουσιαστικό
- 01 σύνθλιψη δακτύλου (π.χ. σε πόρτα), μάγκωμα δακτύλου
- 02 τελετουργικός ακρωτηριασμός δακτύλου της Γιακούζα
指導の下に しどうのもとに
επίρρημα
- 01 υπό την καθοδήγηση, υπό την ηγεσία
指定校推薦 していこうすいせん
ουσιαστικό
- 01 ειδική εισαγωγή με σύσταση από συγκεκριμένο σχολείο, σύσταση για εισαγωγή από σχολείο που έχει ορίσει το πανεπιστήμιο
指サック ゆびサック
ουσιαστικό
- 01 δακτυλήθρα από καουτσούκ, προστατευτικό κάλυμμα δακτύλου
指導要領 しどうようりょう
ουσιαστικό
- 01 εγκεκριμένα από την κυβέρνηση αναλυτικά προγράμματα, εκπαιδευτικές κατευθυντήριες γραμμές
指を詰める ゆびをつめる
άλλο, ρήμα
- 01 κόβω ένα δάχτυλό μου (ως πράξη μεταμέλειας)
- 02 μαγκώνω το δάχτυλό μου (σε πόρτα, κ.λπ.)
指向性爆薬 しこうせいばくやく
ουσιαστικό
- 01 κοίλο γέμισμα
指しゃぶり ゆびしゃぶり
ουσιαστικό
- 01 πιπίλισμα του αντίχειρα
指導力不足 しどうりょくぶそく
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη ηγετικής ικανότητας (ειδικότερα για εκπαιδευτικό)
指定避難所 していひなんじょ
ουσιαστικό
- 01 καθορισμένος χώρος καταφυγής
指導監督 しどうかんとく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθοδήγηση και επίβλεψη
指定子 していし
ουσιαστικό
- 01 περιγραφέας
- 02 προσδιοριστής
指差喚呼 しさかんこ
ουσιαστικό
- 01 δείχνω και φωνάζω (μέθοδος ασφάλειας στην εργασία)
指数的 しすうてき
επίθετο
- 01 εκθετικός