113 αποτελέσματα για «振»

振作 しんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευημερία, άνθηση
振出日 ふりだしび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία έκδοσης (π.χ. συναλλαγματικής)
振られる ふられる

ρήμα

  1. 01 εισπράττω απόρριψη, απορρίπτομαι (ερωτικά), χωρίζομαι, παραγκωνίζομαι
振り聴 フリテン

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμός στη νίκη με το χέρι σου αφού έχεις απορρίψει πλακίδιο που απαιτείται για το κλείσιμο (φουριτέν)
振袖魚 ふりそでうお

ουσιαστικό

  1. 01 ριγωτό κορδελόψαρο (Desmodema polystictum)
振り出し薬 ふりだしぐすり

ουσιαστικό

  1. 01 έγχυμα (φαρμακευτικό παρασκεύασμα)
振るった ふるった

άλλο

  1. 01 διαφορετικός, εκκεντρικός, πρωτότυπος, εντυπωσιακός, εξαιρετικός
振袖柳 ふりそでやなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκοπίθηκος ιτεά (είδος ιτιάς)
振幅変調 しんぷくへんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαμόρφωση πλάτους, AM
振出局 ふりだしきょく

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο έκδοσης (γραμματοσήμων ή χρηματοοικονομικών εγγράφων)
振るわない ふるわない

επίθετο

  1. 01 με κακό τρόπο, υποτονικός
振り漢字 ふりかんじ

ουσιαστικό

  1. 01 κάντζι τυπωμένο ως ρούμπι, συνήθως για την επεξήγηση κάνα
振舞い試験 ふるまいしけん

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος συμπεριφοράς
振舞い水 ふるまいみず

ουσιαστικό

  1. 01 νερό που αφήνεται σε κουβάδες στην άκρη του δρόμου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού για τους ταξιδιώτες
振動工学 しんどうこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανική των ταλαντώσεων
振休 ふりきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αναπληρωματική αργία, ρεπό αντί αργίας που πέφτει Κυριακή, αντισταθμιστική ημέρα άδειας
振動覚 しんどうかく

ουσιαστικό

  1. 01 παλλαισθησία, αίσθηση δόνησης, δονητική αίσθηση, αίσθημα δόνησης, αντίληψη δόνησης, δονητική αντίληψη
振れ取り ふれとり

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινολόγηση (τροχού)
振れ取り台 ふれとりだい

ουσιαστικό

  1. 01 βάση ακτινολόγησης τροχών
振り杖 ふりじょう

ουσιαστικό

  1. 01 φρίτζο (τύπος ιαπωνικού όπλου που αποτελείται από μια αναδιπλούμενη σιδερένια βαρύτητα δεμένη με αλυσίδα)