143 αποτελέσματα για «接»
接続性 せつぞくせい
ουσιαστικό
- 01 συνδεσιμότητα
接続方式 せつぞくほうしき
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος πρόσβασης
接続料金 せつぞくりょうきん
ουσιαστικό
- 01 τέλος σύνδεσης, κόμιστρο σύνδεσης
接合後 せつごうご
ουσιαστικό
- 01 μεταζυγωτικός
接見交通 せっけんこうつう
ουσιαστικό
- 01 πρόσβαση του κατηγορουμένου σε δικηγόρο
接続駅 せつぞくえき
ουσιαστικό
- 01 σταθμός ανταπόκρισης
接辞 せつじ
ουσιαστικό
- 01 πρόσφυμα
接受国 せつじゅこく
ουσιαστικό
- 01 κράτος υποδοχής, χώρα υποδοχής, φιλοξενούσα χώρα
接続形態 せつぞくけいたい
ουσιαστικό
- 01 διαμόρφωση σύνδεσης, τοπολογία
接続法 せつぞくほう
ουσιαστικό
- 01 υποτακτική έγκλιση
接近経路 せっきんけいろ
ουσιαστικό
- 01 προσέγγιση, διαδρομή προσέγγισης
接客婦 せっきゃくふ
ουσιαστικό
- 01 οικοδέσποινα, σερβιτόρα
接触線 せっしょくせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή επαφής, νεκρή ζώνη
接合子 せつごうし
ουσιαστικό
- 01 ζυγωτό
接尾詞 せつびし
ουσιαστικό
- 01 κατάληξη
接助 せつじょ
ουσιαστικό
- 01 συνδετικό μόριο
接栓 せっせん
ουσιαστικό
- 01 σύνδεσμος, φις
接合菌類 せつごうきんるい
ουσιαστικό
- 01 ζυγομύκητες
接中辞 せっちゅうじ
ουσιαστικό
- 01 ένθετο
接触画面 せっしょくがめん
ουσιαστικό
- 01 οθόνη αφής