96 αποτελέσματα για «救»
救急自動車 きゅうきゅうじどうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ασθενοφόρο
救命浮標 きゅうめいふひょう
ουσιαστικό
- 01 σωσίβιο
救難浮標 きゅうなんふひょう
ουσιαστικό
- 01 σωσίβιο
救命救急士 きゅうめいきゅうきゅうし
ουσιαστικό
- 01 διασώστης, τεχνικός επείγουσας ιατρικής βοήθειας
救済措置 きゅうさいそち
ουσιαστικό
- 01 μέτρο ανακούφισης, διάσωση
救急医療室 きゅうきゅういりょうしつ
ουσιαστικό
- 01 τμήμα επειγόντων περιστατικών, αίθουσα έκτακτης ανάγκης
救急救命室 きゅうきゅうきゅうめいしつ
ουσιαστικό
- 01 τμήμα επειγόντων περιστατικών, κέντρο πρώτων βοηθειών
救命索 きゅうめいさく
ουσιαστικό
- 01 σχοινί διάσωσης
救援機 きゅうえんき
ουσιαστικό
- 01 αεροσκάφος διάσωσης, αεροσκάφος εκκένωσης, αεροσκάφος ανθρωπιστικής βοήθειας
救難機 きゅうなんき
ουσιαστικό
- 01 αεροσκάφος έρευνας και διάσωσης, αεροπλάνο διάσωσης
救急所 きゅうきゅうしょ
ουσιαστικό
- 01 σταθμός πρώτων βοηθειών
救急薬 きゅうきゅうやく
ουσιαστικό
- 01 φάρμακο πρώτων βοηθειών
救われる すくわれる
ρήμα
- 01 διασώζομαι, σώζομαι
- 02 εξαγοράζομαι, αντισταθμίζομαι, σώζομαι, έχω μια σωτήρια πτυχή, έχω ένα ελαφρυντικό, γίνομαι υποφερτός
- 03 ανακουφίζομαι
救急外来 きゅうきゅうがいらい
ουσιαστικό
- 01 εξωτερικό ιατρείο επειγόντων περιστατικών
救癩協会 きゅうらいきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Σύλλογος Αρωγής Λεπρών
救
- 01 σωτηρία
- 02 σώζω
- 03 βοηθάω
- 04 διασώζω
- 05 ανακτώ