89 αποτελέσματα για «散»
散在神経系 さんざいしんけいけい
ουσιαστικό
- 01 διάχυτο νευρικό σύστημα
散炭 ばらずみ
ουσιαστικό
- 01 κάρβουνο φτιαγμένο από λεπτά κλαδιά
- 02 κάρβουνο που πωλείται χύμα (αντί για σακιά από άχυρο)
散水養生 さんすいようじょう
ουσιαστικό
- 01 κατάβρεξη (για τη σκλήρυνση του σκυροδέματος), συντήρηση με διαβροχή φρεσκοστρωμένου και ελαφρώς σκληρυμένου σκυροδέματος
散水栓 さんすいせん
ουσιαστικό
- 01 βρύση κήπου, εξωτερική βρύση
散り ちり
ουσιαστικό
- 01 μετατόπιση μεταξύ δύο επιφανειών
- 02 προεξοχή (των εξώφυλλων πέρα από τις ακμές του σώματος του βιβλίου)
- 03 διασπορά, διασκορπισμός, πτώση (ανθέων, φύλλων κ.λπ.)
散り際 ちりぎわ
ουσιαστικό
- 01 η στιγμή που πέφτουν τα άνθη
- 02 οι τελευταίες στιγμές κάποιου, λίγο πριν τον θάνατο, επί της κλίνης θανάτου
散歩がてら さんぽがてら
επίρρημα
- 01 κατά τη διάρκεια του περιπάτου, επ' ευκαιρία ενός περιπάτου
散歩コース さんぽコース
ουσιαστικό
- 01 διαδρομή περιπάτου, πορεία για βόλτα
散
- 01 σκορπίζω, διασκορπίζω
- 02 διασκορπίζω, σκορπίζω, διαλύω
- 03 ξοδεύω, δαπανώ
- 04 σπαταλώ, κατασπαταλώ