99 αποτελέσματα για «整»

整氷車 せいひょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα καθαρισμού πάγου, παγοκαθαριστικό μηχάνημα, ζαμπόνι
整枝 せいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμόρφωση (κλαδιών στην κηπουρική)
整級数 せいきゅうすう

ουσιαστικό

  1. 01 δυναμοσειρά
整置 せいち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάταξη, ισοπέδωση, ευθυγράμμιση, ρύθμιση
整備費 せいびひ

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος κατασκευής, κόστος εγκατάστασης
  2. 02 κόστος συντήρησης
整形地 せいけいち

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογώνιο οικόπεδο
整流回路 せいりゅうかいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλωμα ανόρθωσης
整圧 せいあつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρύθμιση πίεσης (ειδικότερα αερίου)
整復師 せいふくし

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικοθεραπευτής
整備員 せいびいん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικός συντήρησης, εργάτης συντήρησης, επιστάτης, μέλος του πληρώματος εδάφους
整番 せいばん

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός προτεραιότητας (για τον προσδιορισμό της σειράς εισόδου)
整腸剤 せいちょうざい

ουσιαστικό

  1. 01 φάρμακο για τη ρύθμιση της εντερικής λειτουργίας (π.χ. αντιδιαρροϊκά, προβιοτικά), γαστρεντερολογικό σκεύασμα
整腸薬 せいちょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 φάρμακο για εντερικές διαταραχές
整備兵 せいびへい

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικός συντήρησης, τεχνικό προσωπικό εδάφους
整音 せいおん

ουσιαστικό

  1. 01 ηχητική επεξεργασία (για την αφαίρεση θορύβου, τη ρύθμιση της έντασης κ.λπ.), ηχητική μεταπαραγωγή
  2. 02 τονική ρύθμιση (ρύθμιση του τόνου ενός πιάνου μέσω της επεξεργασίας της τσόχας των σφυριών)
整備新幹線 せいびしんかんせん

ουσιαστικό

  1. 01 πέντε επεκτάσεις γραμμών Σινκάνσεν που προτάθηκαν το 1973
整理回収銀行 せいりかいしゅうぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τράπεζα εκκαθάρισης και είσπραξης
整理信託公社 せいりしんたくこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία τακτοποίησης εμπιστευμάτων
  1. 01 οργανώνω
  2. 02 τακτοποιώ
  3. 03 κουρδίζω
  4. 04 τόνος
  5. 05 μέτρο
  6. 06 τονικότητα