100 αποτελέσματα για «旅»
旅住い たびずまい
ουσιαστικό
- 01 το μέρος όπου διαμένει κανείς κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού
旅する たびする
ρήμα
- 01 ταξιδεύω, κάνω ένα ταξίδι
旅行者用小切手 りょこうしゃようこぎって
ουσιαστικό
- 01 ταξιδιωτική επιταγή
旅行小切手 りょこうこぎって
ουσιαστικό
- 01 ταξιδιωτική επιταγή
旅行文書 りょこうぶんしょ
ουσιαστικό
- 01 ταξιδιωτικό έγγραφο
旅は心世は情け たびはこころよはなさけ
άλλο
- 01 στο ταξίδι χρειάζεται συντροφικότητα, στη ζωή χρειάζεται καλοσύνη
旅人木 りょじんぼく
ουσιαστικό
- 01 ριοτζινμπόκου (Ravenala madagascariensis), φοίνικας του ταξιδιώτη
旅子 たびこ
ουσιαστικό
- 01 περιπλανώμενος ομοφυλόφιλος άνδρας πόρνος
旅行者下痢 りょこうしゃげり
ουσιαστικό
- 01 διάρροια του ταξιδιώτη
旅行業者代理業 りょこうぎょうしゃだいりぎょう
ουσιαστικό
- 01 πράκτορας ταξιδιών, μεταπωλητής (ταξιδιωτικών πακέτων κ.λπ.)
旅行者血栓症 りょこうしゃけっせんしょう
ουσιαστικό
- 01 θρόμβωση λόγω αεροπορικού ταξιδιού, ATT
旅は情け、人は心 たびはなさけ、ひとはこころ
άλλο
- 01 στο ταξίδι, ένας σύντροφος, στη ζωή, συμπόνια
旅客施設使用料 りょかくしせつしようりょう
ουσιαστικό
- 01 τέλος χρήσης εγκαταστάσεων επιβατών, τέλος χρήσης αεροδρομίου
旅券法 りょけんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί διαβατηρίων
旅行誌 りょこうし
ουσιαστικό
- 01 ταξιδιωτικό περιοδικό
旅客案内所 りょかくあんないじょ
ουσιαστικό
- 01 γραφείο πληροφοριών επιβατών, τουριστικό γραφείο
旅具 りょぐ
ουσιαστικό
- 01 αποσκευές ταξιδιού, ταξιδιωτικές αποσκευές, εφόδια ταξιδιώτη
旅打ち たびうち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταξιδεύω για τζόγο
旅は道連れ たびはみちづれ
άλλο
- 01 η συντροφιά κάνει το ταξίδι πιο εύκολο, το ταξίδι είναι καλύτερο με παρέα
旅
- 01 ταξίδι
- 02 ταξιδεύω