288 αποτελέσματα για «時»
時の運 ときのうん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 συγκυρία, τύχη (μιας δεδομένης στιγμής), πνεύμα της εποχής
時日 じじつ
ουσιαστικό
- 01 ημερομηνία, χρόνος
時間を惜しむ じかんをおしむ
άλλο, ρήμα
- 01 αξιοποιώ τον χρόνο μου
時間を守る じかんをまもる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι συνεπής
時候 じこう
ουσιαστικό
- 01 εποχή, χρονική περίοδος του έτους
時間の許す限り じかんのゆるすかぎり
άλλο
- 01 όσο επιτρέπει ο χρόνος, όποτε διαθέτει κανείς χρόνο, όσο το επιτρέπει ο διαθέσιμος χρόνος
時は金なり ときはかねなり
άλλο
- 01 ο χρόνος είναι χρήμα
時を稼ぐ ときをかせぐ
άλλο, ρήμα
- 01 κερδίζω χρόνο, χρησιμοποιώ τακτικές καθυστέρησης
時とともに ときとともに
άλλο, επίρρημα
- 01 με το πέρασμα του χρόνου, όσο κυλάει ο χρόνος, με την πάροδο του χρόνου
時代小説 じだいしょうせつ
ουσιαστικό
- 01 ιστορικό μυθιστόρημα
時間に追われる じかんにおわれる
άλλο, ρήμα
- 01 πιέζομαι από τον χρόνο
時代背景 じだいはいけい
ουσιαστικό
- 01 ιστορικό πλαίσιο
時を告げる ときをつげる
άλλο, ρήμα
- 01 αναγγέλλω την ώρα
時期を見て じきをみて
άλλο
- 01 την κατάλληλη στιγμή, στην ενδεδειγμένη ευκαιρία, τη σωστή στιγμή, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου
時間旅行 じかんりょこう
ουσιαστικό
- 01 ταξίδι στο χρόνο
時候の挨拶 じこうのあいさつ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 εποχιακός χαιρετισμός, τυπική εναρκτήρια φράση σε επιστολή, κατάλληλη για την εκάστοτε εποχή
時価総額 じかそうがく
ουσιαστικό
- 01 κεφαλαιοποίηση αγοράς, χρηματιστηριακή αξία
時間外労働 じかんがいろうどう
ουσιαστικό
- 01 υπερωριακή εργασία
時限装置 じげんそうち
ουσιαστικό
- 01 μηχανισμός χρονισμού
時化 しけ
ουσιαστικό
- 01 θαλασσοταραχή
- 02 μειωμένη αλιευτική συγκομιδή (λόγω θαλασσοταραχής)
- 03 χαμηλή προσέλευση, οικονομική ύφεση